Breaking News

Ρέθυμνο – Βαγγέλης Γιακουμάκης – Πασχαλίδης και Νταλάρας τραγουδούν για το παιδί που η ψυχή του δεν άντεξε τις πληγές των ανθρώπων

Με μουσική «ντύθηκε» το ποίημα του Μάνου Ελευθερίου, με τίτλο «Στη Χώρα των Αθώων», το οποίο γράφτηκε το Μάρτιο του 2015, στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Το ποίημα, που έγραψε ο σπουδαίος ποιητής, μόλις πληροφορήθηκε για το θάνατο του Βαγγέλη «μας», μελοποιήθηκε από το Μίλτο Πασχαλίδη, ενώ, τόσο ο ίδιος, όσο και ο Γιώργος Νταλάρας ερμηνεύουν το ομώνυμο τραγούδι, προσπαθώντας να αποδώσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την οργή και τη θλίψη του ποιητή.

Μόλις ολοκλήρωσε το ποίημα ο Ελευθερίου, επικοινώνησε με τον Μίλτο Πασχαλίδη και του το απήγγειλε, παρακινώντας τον να το μελοποιήσει. Πέρασαν, βέβαια, χρόνια μέχρι να μπορέσει ο Μίλτος Πασχαλίδης να «ξεκλειδώσει» τους στίχους και να τους μελοποιήσει, ενώ ο ποιητής δεν έμελλε ποτέ να το ακούσει να τραγουδάται.

Έτσι, το τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε σήμερα, είναι – κατά τη γνώμη μου – ένας φόρος τιμής τόσο στον ποιητή, όσο και στον 20χρονο φοιτητή, που το σώμα του δεν άντεξε τα χτυπήματα, που η ψυχή του δεν άντεξε τις προσβολές.

Στο παιδί εκείνο, που, όλοι εμείς οδηγήσαμε στο θάνατο, γιατί ποτέ δε νοιαστήκαμε για τους μώλωπες στο σώμα του, γιατί ποτέ δεν ακούσαμε τις κραυγές τους, γιατί ποτέ δε σταματήσαμε τους «άλλους», γιατί – όπως τόσο συχνά συμβαίνει – ξέραμε. Ξέραμε, αλλά βγάζαμε το σκασμό.

Και, όπως – τόσο πιο απτά από εμένα – τα περιγράφει ο Μάνος Ελευθερίου:

«Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.

Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς.

Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας

Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς.

Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι.

Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ’ αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.

Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.

Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν

κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.

Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.

Μ’ ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες,

στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό

κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους

αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό.

Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων

Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως

στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.

Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος

μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.

Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.

Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει.

Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά.

Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει

την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.

Σ’ άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.

Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.

Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,

δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων

γι’ αυτούς που ζούνε συντροφιά μ’ έναν χαφιέ.

Λυσσούν να σ’ έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.

Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία

αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.

Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.

Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.

Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.

Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize