Κάνοντας το αφιέρωμα για τον Νίκο Αναστόπουλο και το 1980, η διεύθυνση της εφημερίδας είδε το χαμό που είχε γίνει εκείνη τη χρονιά με τον Στέλιο Μυγιάκη και μου ζήτησε να του κάνω μια συνέντευξη. Το ΦΩΣ του είχε αφιερώσει πρωτοσελιδάρα τότε. Μιλάμε για το μοναδικό στην ιστορία χρυσό Ολυμπιονίκη στην πάλη! Ποτέ άλλος Έλληνας παλαιστής δεν έχει πάρει χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Μιλάμε για θρύλο του αγωνίσματος. Όχι απλώς της ελληνορωμαϊκής, αλλά γενικώς της πάλης. Σε όλες τις κατηγορίες κιλών. Εκείνος ήταν στα 62 κιλά.

Ο Στέλιος Μυγιάκης έχει συγκλονιστική ιστορία. Οι νεότεροι αξίζει να τη μάθουν. Για κάθε άθλημα για κάθε πρωταθλητισμό. Για κάθε δουλειά θα έλεγα εγώ.

Κρητικός;

«Ναι, γεννήθηκα στο Ρέθυμνο. Κρητικός ο πατέρας μου, το ίδιο και η μάνα μου. Φύγαμε όμως όλη η οικογένεια για την Ηλιούπολη».

Γιατί;

«Είχα αρρωστήσει βαριά, με έφερε η μάνα μου στην Αθήνα και επειδή έμεινα πολύ καιρό στο νοσοκομείο, ήρθε όλη η οικογένεια και μείναμε εδώ. Οι γιατροί έλεγαν ότι θα πέθαινα!»

Πόσο χρονών ήσασταν;

«2 χρονών».

Και μετά φαντάζομαι στο σχολείο σάς έκαναν πλάκα. Ήσασταν μικροκαμωμένος, κοντούλης.

«Ήμουν πάντα κοντούλης, αλλά δεν μπορούσαν να μου κάνουν πλάκα».

Γιατί;

«Διότι ήμουν αγρίμι…»

Ως παιδί παίζατε ξύλο;

«Μόνο αυτό έκανα! Για αυτό σου είπα ότι δεν μπορούσαν να μου κάνουν πλάκα για το ύψος μου. Μαζεύονταν πολλά παιδιά να με δείρουν, είχε μια γούρνα με λάσπες στην αυλή του σχολείου, θέλανε να με ρίξουν μέσα, αλλά δεν γινόταν… Ήμουν νευρώδης και ευέλικτος. Και δεν φοβόμουν».

Φάνηκε λοιπόν η κλίση σας προς την πάλη από πολύ μικρός.

«Ναι, πράγματι. Δεν φοβόμουν. Μου άρεσε και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ και ο στίβος, αλλά μόλις πήγα στην πάλη βρήκα τον εαυτό μου. Την αγάπησα την πάλη και κατάλαβα γρήγορα ότι αυτό το αγώνισμα μου πήγαινε. Αν δεν έχεις ψυχή δεν πας πουθενά. Θέλει και εξυπνάδα βέβαια».

Ψυχή και μυαλό.

«Και πολλή δουλειά, ατελείωτες ώρες δουλειάς. Ο πρωταθλητισμός είναι πολύ σκληρός. Ένας θα ξεχωρίσει. Εμένα μου άρεσε να βασανίζομαι στην προπόνηση. Μου άρεσε να πονάω, να παλεύω, να προπονούμαι».

Και περάσατε μεγάλη φτώχεια.

«Δεν θέλω να το παίξω κάποιος ξεχωριστός. Όλα τα παιδιά πεινούσαμε στη γειτονιά εκείνα τα χρόνια. Σχεδόν όλα».

Η μητέρα σας δούλευε;

«Η μάνα μου έκανε δύο δουλειές. Έφευγε το πρωί και γύριζε το βράδυ».

Τι δουλειές;

«Δεν ντρέπομαι να το πω, έπλενε και καθάριζε σε σπίτια… Και λάντζα σε εστιατόριο μετά. Κι εγώ άρχισα να δουλεύω από μικρό παιδί. Για να μπορώ να τρώω».

Τι τρώγατε;

«Ό,τι υπήρχε. Και όταν δεν υπήρχε, δεν τρώγαμε πολλές φορές. Θυμάμαι να γυρίζω από το γυμναστήριο, να μην υπάρχει φαγητό και να κουλουριάζομαι στο κρεβάτι να κοιμηθώ για να μην πονάει η κοιλιά μου…»

Τι δουλειές κάνατε;

«Πιτσιρίκος πούλαγα πορτοκαλάδες σε σινεμάδες. Και πάγο πήγαινα σε μαγαζιά, ξύπναγα 4.00 το πρωί και στις 8.00 με άφηνε ο παγοπώλης έξω από το σχολείο. Και γύψινα έκανα αργότερα στην οικοδομή».

Πόσα παιδιά ήσασταν στην οικογένεια;

«5 αδέρφια. Και δύο οι γονείς μου, έπρεπε να τραφούν 7 στόματα».

Ο πατέρας σας τι δουλειά έκανε;

«Γκαρσόνι».

Η φτώχεια ήταν ένα κίνητρο για τον πρωταθλητισμό;

«Όχι. Εννοείται βέβαια ότι αν τα έχεις όλα στη ζωή σου, δύσκολα θα κάθεσαι επί ώρες να πονάς. Όμως εμείς τότε δεν κάναμε πρωταθλητισμό για τα λεφτά. Η πάλη άλλωστε ποτέ δεν είχε λεφτά. Εκείνα τα χρόνια ούτε το μπάσκετ έφερνε λεφτά. Το κάναμε από αγάπη».

Ναι, αλλά το κίνητρο ήταν να ξεχωρίσεις, να γίνεις ο πρώτος.

«Σίγουρα. Όταν αγαπάς κάτι πολύ, θέλεις να το κάνεις καλά».

Πώς μπήκατε στην πάλη;

«Μια μέρα με έναν φίλο μου περνάγαμε έξω από τον Εθνικό Αθηνών, ακούσαμε φωνές, μπήκαμε μέσα και είδαμε γίγαντες να παλεύουν. Για κάποιον λόγο, ο προπονητής τότε Παναγιώτης Αρκουδέας με φώναξε και με ρώτησε «σου αρέσει η πάλη»; Του είπα «μου αρέσει». Και μου λέει «φέρε αύριο παπούτσια, σορτσάκι και πετσέτα». Εγώ δεν είχα παπούτσια για πάλη, ούτε λεφτά να τα αγοράσω. Πήγα την άλλη μέρα χωρίς παπούτσια και έψαξε ο προπονητής να μου βρει. Και έτσι ξεκίνησα. Ίσως κάτι να είχε δει σε εμένα, γιατί ο φίλος μου που είχαμε πάει μαζί, ήταν ψηλός και θηρίο. Αλλά ο Αρκουδέας σε εμένα ήρθε. Ίσως να ήταν τυχαίο και όλα άρχισαν από τύχη».

Πόσο χρονών ήσασταν;

«15».

Πριν πάρετε το χρυσό στους Ολυμπιακούς στη Μόσχα, είχατε πάρει από το 1974 ως το 1979 σερί όλα τα πανελλήνια πρωταθλήματα.

«Παραπάνω! Έχουν κάνει κάποιο λάθος στα στοιχεία, περισσότεροι ήταν οι τίτλοι».

Όταν πήρατε το χρυσό διάβασα ότι χτύπαγαν καμπάνες στην Ηλιούπολη.

«Ναι, στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας».

Τι μέτρησε σε εσάς πιστεύετε;

«Για να κάνεις πρωταθλητισμό, θέλει μεγάλη επιβάρυνση στον οργανισμό σου. Πρέπει να σου αρέσει πολύ. Να έχεις βέβαια και το ταλέντο σε αυτό που κάνεις. Όμως ταλέντα υπάρχουνε. Δεν φτάνει μόνο το ταλέντο. Θέλει πάρα πολύ κόπο. Αν το αγαπάς παθολογικά, όσο πόνο και να έχει, όσο κόπο και να έχει, επιμένεις. Ο πρωταθλητισμός θέλει να δώσεις όλη σου τη ζωή. Δεν ξέρεις τίποτα άλλο εκτός από το γυμναστήριο. Έχεις δεν έχεις τα λεφτά, έχεις δεν έχεις να φας. Και δεν πρέπει να είσαι λιγόψυχος. Πρέπει να έχεις οράματα, να θέλεις να φτάσεις τους μεγάλους αθλητές».

Ποιος ήταν το πρότυπό σας τότε;

«Ο Πέτρος Γαλακτόπουλος που είχε βγει 2ος και 3ος Ολυμπιονίκης. Ήμασταν συναθλητές ως το 1976, είχαμε γίνει φίλοι σαν αδέλφια. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο στην προπόνηση. Όταν σταμάτησε ο Πέτρος, έγινε και προπονητής μου».

Στο γυμναστήριο πηγαίνατε με αμάξι;

«Αστειεύεσαι».

Ναι, γιατί γνωρίζω. Ο κόσμος όμως δεν ξέρει.

«Στο γυμναστήριο πολλές φορές δεν είχα καν λεφτά να πάρω εισιτήριο για λεωφορείο. Και πηγαινοερχόμουν με τα πόδια».

Πού ήταν το γυμναστήριο;

«Πάντα ο Εθνικός Αθηνών ήταν στο Ζάππειο. Το σπίτι μου ήταν στην Ηλιούπολη».

Μία ώρα περίπου περπάτημα;

«Ναι. Αν θες να κάνεις κάτι όμως, πας όπως και να έχει! Και δεν είχαμε τίποτα, ούτε γιατρό, ούτε μασέρ, ούτε διατροφολόγο».

Όταν νικήσατε έναν Σοβιετικό που ήταν το φαβορί, πήρατε σπίτι σας τηλέφωνο και είπατε ότι δεν χάνετε το χρυσό με τίποτα;

«Έτσι έκανα. Αλλά ο Σοβιετικός δεν ήταν το φαβορί. Ένας Πολωνός που είχα νικήσει πιο πριν ήταν το μεγάλο φαβορί. Δύο φορές Ολυμπιονίκης ήταν. Ο Σοβιετικός όμως με είχε κερδίσει όποτε τον είχα συναντήσει πριν. Όταν νίκησα λοιπόν τον Ρώσο ήξερα ότι θα πάρω το χρυσό. Διότι τον Ούγγρο στον τελικό τον είχα ξανανικήσει».

Οι ανατολικοί ήταν οι καλύτεροι τότε.

«Ε βέβαια. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας άρχισα να παίζω με τον καλύτερο και τελείωσα με τον καλύτερο».

Πόσους νικήσατε ως το χρυσό;

«Έξι ματς, έξι πολύ καλοί αθλητές».

Γιατί έπεσε η πάλη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

«Δεν ζω τα πράγματα από μέσα, δεν γνωρίζω. Το ότι δεν υπάρχει Εθνική να προπονούνται όλοι μαζί ώστε να υπάρχει συναγωνισμός, είναι ένας λόγος. Μόνο με τους συλλόγους δεν θα υπάρξει άνοδος».

Και γιατί δεν γίνεται αυτό;

«Μάλλον δεν υπάρχουν χρήματα. Ας το δει η ομοσπονδία και η ΓΓΑ. Παλιά η πάλη πρωταγωνιστούσε, έδωσε πολλές χαρές».

Καρπωθήκατε οικονομικά τη μεγάλη επιτυχία;

«Όχι με χρήματα άμεσα, όμως μου δόθηκε κάποια δουλειά από την πολιτεία και δόξα τω Θεώ, δεν πεινάω. Είμαι μια χαρά. Δεν είμαι πλούσιος, αλλά είμαι εντάξει».

Το 1984 μπήκατε σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στο Λος Άντζελες αλλά δεν φέρατε μετάλλιο. Υπήρχε βέβαια λόγος.

«Ένα μήνα πριν, σε παγκόσμιο μίτινγκ έσπασα το δάχτυλό μου. Δεν είχαμε γιατρό! Πήγα στο ΚΑΤ, μου το έβαλαν σε γύψο και είπαν «να ξεχάσεις τους Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν μπορείς να αγωνιστείς». Εγώ είπα «θα αγωνιστώ». Όμως το χέρι μου δεν έπιανε. Αν στην πάλη δεν μπορείς να πιάσεις τον αντίπαλο, τελείωσες. Παρ’ όλα αυτά, το πάλεψα και έφερα 4-4 στα σημεία, αλλά τη νίκη την πήρε ο αντίπαλος διότι ένα κόλπο που έκανε εκείνος είχε μεγαλύτερο βαθμό από το δικό μου. Και μετά αυτός ο αθλητής πήρε το χρυσό. Ο Κορεάτης. Το χέρι μου δεν έπιανε, όλη η παλάμη ήταν μπανταρισμένη».

Στο ποδόσφαιρο τι ομάδα είστε;

«Βλέπω όλες τις ομάδες, δεν υποστηρίζω μία. Αλήθεια. Άλλο τι φιλίες έχεις και άλλο να υποστηρίζεις μια ομάδα. Εμένα ο στίβος μου αρέσει πολύ».

Σας ζήτησαν ποτέ να δουλέψετε προστασία υψηλών προσώπων;

«Όχι, όχι. Για να το κάνουν αυτό πρέπει να δίνεις δικαιώματα. Οι μεγάλοι αθλητές δεν ασχολούνται με τέτοια».

Ευχαριστώ για τη συνέντευξη και βλέπω ότι πέρα από ψυχή έχετε και μυαλό, τίποτα δεν είναι τυχαίο.

«Εγώ με τον Θόδωρο Νικολαΐδη είχα γνωριστεί, ήταν καλός άνθρωπος, ωραίος».