Αρχική / ΕΙΔΗΣΕΙΣ / FreeTime / Έργα του Μενέλαου Λουντέμη με τη ματιά του Δημήτρη Δαμασκηνού

Έργα του Μενέλαου Λουντέμη με τη ματιά του Δημήτρη Δαμασκηνού

Κραυγή στα πέρατα (1954), του Μενέλαου Λουντέμη

Κραυγή στα πέρατα (1954), του Μενέλαου Λουντέμη 1

του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!

(Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το ποίημα «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» 2

image001Τον Ιανουάριο του 1950 μεταφέρθηκαν και οι γυναίκες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και εγκαταστάθηκαν στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών που ανήκε στη δικαιοδοσία του Α’ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. «Εκεί η κατάσταση ήταν χειρότερη από οπουδήποτε αλλού. Από την πρώτη στιγμή οι αρχές του στρατοπέδου φανέρωσαν πλήρως τις προθέσεις τους. Διέξοδος πέραν της δήλωσης δεν υπήρχε για τις εξόριστες. «Ελληνίδες – φώναζαν τα μεγάφωνα – δεν ταιριάζουν στα χέρια σας οι αλυσίδες του κομμουνισμού – Ελληνίδες γυρίστε πίσω στα σπίτια σας – Ζητήστε συγνώμη από την πατρίδα»3

… Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολλές. Χωρίστηκαν οι μάνες από τα παιδιά τους, χρησιμοποιήθηκαν φαντάροι που είχαν υπογράψει δηλώσεις για να περιγράψουν στις κρατούμενες τα βασανιστήρια που τις περίμεναν και να τις τρομοκρατήσουν, οι πιο «επικίνδυνες» κομμουνίστριες απομονώθηκαν από τις υπόλοιπες. Κατόπιν άρχισαν τα βασανιστήρια: Εφοδοι από τους αλφαμίτες μέσα στη νύχτα, καψώνια, βρισιές, εξευτελισμοί, ανακρίσεις επί ώρες, ξυλοδαρμοί»4. Κάτω από αβάστακτες συνθήκες βίας, οι γυναίκες θα χωριστούν κι αυτές σε «ανανήψασες» και αμετανόητες.

image002Χαρακτηριστική από την άποψη των συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακρόνησο είναι η ακόλουθη μαρτυρία: «Η 30 Ιανουαρίου 1950 είναι η μέρα του ξυλοδαρμού των εξορίστων γυναικών στο κολασμένο νησί της Μακρονήσου…» θα πει η Νίτσα Γαβριηλίδου, εξόριστη στο Μακρονήσι. «Στο ημερολόγιο, η μέρα αυτή είναι των Τριών Ιεραρχών, μα για μας τις εξόριστες, ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μας… Τις γυναίκες… τις μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο βάναυσο τρόπο που μεταχειρίστηκαν και τους άντρες. Άλλωστε, ο Βασιλόπουλος μας το δήλωσε κατηγορηματικά μόλις φτάσαμε: «Να μην έχουμε αυταπάτες πως σαν γυναίκες θα μας σεβαστούν. Στη Μακρόνησο δεν υπάρχουν εύνοιες και διακρίσεις. Μας περιμένει αυτό που πάθαν χιλιάδες άντρες. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε» και με έμφαση αποτελείωνε: «Πάντως, να ξέρετε πως εδώ είναι Μακρόνησος και όποιος δεν υπογράφει πεθαίνει». Κι όπως μας το είπαν έτσι και το πραγματοποίησαν. Οι μαστόροι αυτοί της βίας και του εγκλήματος δε σεβάστηκαν ούτε ηλικιωμένες γυναίκες, ούτε άρρωστες κατάκοιτες, ούτε παιδιά και μωρομάνες. Μας πέρασαν όλες από το ίδιο κόσκινο. Καμιά μας δε θα ξεχάσει το φτερούγισμα εκείνο της ψυχής μας, όταν μας πλησίαζαν μέσα στη νύχτα οι Αλφαμίτες με τους φακούς κι αρπάζανε ανάμεσά μας, άλλες να τις πάνε στα γραφεία του Α2 για αλφάδιασμα, άλλες τις απομόνωναν σε σκηνές και τις χτυπούσαν κι άλλες τις στήναν και μπροστά μας για να βλέπουμε το βούρδουλα να πέφτει στα κορμιά τους. Το βράδυ εκείνο που αποφάσισαν να χτυπήσουν τις γυναίκες, όλες οι σκηνές των φαντάρων, όλοι οι κλωβοί 5
των ιδιωτών, ακόμη κι οι χαράδρες, όλα είχαν βουβαθεί παντελώς. Τη νύχτα εκείνη η σκέψη του καθενός πετούσε στις γυναίκες. Ο πατέρας που είχε την κόρη του, ο γιος τη μάνα, την αδελφή του, όλων η σκέψη βρισκόταν στον κλωβό των γυναικών. Το βράδυ εκείνο της 30 Ιανουαρίου του 1950 μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: «ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ» 6.

Ο Μενέλαος Λουντέμης θα αφιερώσει ένα ποίημα σ’ αυτά τα αγέρωχα αγριοπούλια που φτάνουν σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου μεσ’ στην καρδιά του χειμώνα:

Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο 7

image003Απ’ τ’ ακρωτήρι που κυττάει προς τα πελάγη
μες’ σ’ ένα σύννεφο απ’ αμμόσκονη και φως,
Με τ’ ανοιξιάτικου πρωινού τις ηλιαχτίνες
κινούνε, κι έρχονται, και φτάνουνε, καθώς
-σμήνος χαρμόσυνο- οι μικρές μας χρυσαϊτίνες.

Ξαναγυρνούν οι ουρανοί οι λησμονημένοι…
Μεθυστικός δονεί στα στέρνα μας σεισμός.
Στ’ ακροθαλάσσι μας φτεροκοπούν αλκυόνες 8.
Περνάει φλογάτη μια βραγιά 9 από ανεμώνες,
που τις μαστίγωσε ο χιονιάς, κι’ ο φασισμός.

Καλωσορίσατε. Σα φύλλα από βιολέττες,
τα λόγια αυτά από τα τραγούδια μου μαδώ,
καθώς ο μπάτης 10 το μαντήλι μου φουσκώνει
Πάω να σας δείξω ουρανό –και δείχνω σκόνη…
Δεν έχουμε άλλο τίποτα εδώ.
Περνάει η γυναίκα, -η Ανδρομάχη 11, η Ηγερία… 12
Περνάει μαζί της η φωτιά κα το νερό.
Μα οι ραβδισμοί βαρειά τα γόνατα λυγάνε.
Ά! Τη γυναίκα, που δεν πρέπει να τη χτυπάνε
ούτε και με της μύγας το φτερό.

Πρώτη περνά –παραμερίστε να διαβεί-
Περνάει πικρή, βαλαντωμένη 13, η νέα μητέρα.
Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά.
Η αυγουστιάτικη περνάει μοσκοβολιά,
της νέας μας θρησκείας η πλατυτέρα.

Περνάει η Μάνα –γονατίστε- η μαύρη Μάνα-
Στήθος κλειστό σαν ιερό εκκλησιάς βουβής.
Μερονυχτίς ηχολογάνε νοερά της,
τα Σκοπευτήρια που ματώσαν τα όνειρά της,
καταμεσίς στο πανηγύρι της ζωής.

Περνούν οι ωραίες –ωραίες όλες, ως τη μια:
Τα έκθαμβα μάτια, τ’ ανυπόμονα τα χείλη..
Περνάει η νέα Ελληνίδα η ανθοστήλη.
Όλες ωραίες –ωραίες όλες- ως τη μια.
Για να περάσουνε πετούμε τις πληγές μας-
γιασεμιά…
Λεύκες ολόρθες που εθροούσατε μακρυά μας
τρεις αργοκίνητους αιώνες, τρεις χρονιές.
Σήμερα θύελλα, αύριο πείνα –οι παγωνιές.
Ζούσατε κάτω απ’ τη βροχή κι’ απ’ τη στοργή μας
(μια βαρβαρότητα όλη η μέρα σας ωμή)
Με λίγα ψίχουλα από ελπίδα και ψωμί.

Ά, τα τραγούδια που θα λέαμε στη χαρά μας…
Τάπαμε κλάματα τρεις χρόνους στη σειρά,
για τα χαμένα καλοκαίρια –τα παιδιά μας,
που άφησαν βίαια τη ζωή με μια κραυγή,
και το γαρούφαλο του έρωτα απ’ το στόμα
τους το φορέσανε στο στήθος μια πληγή.

Και τα κορίτσια, τ’ ανθισμένα, ωραία, κορίτσια.
Που ακινητούν σε κοιμητήρια βραδυνά,
λιγνά φυτά, κεραυνωμένα απ’ το δρολάπι 14,
πούφυγαν άξαφνα απ’ το πλάι σας με ένα «αχ»!…
πριν να προφτάσουν να στενάξουν απ’ αγάπη.

Μα ας τη σκορπίσουμε τη θλίψη αυτή την ώρα.
Κι ας ξεδιπλώσουμε στον ήλιο τη χαρά.
Καλωσορίσατε! Κι’ οι γάζες μας μαντήλια!
(Ά, τι γλυκά η πληγή μας τώρα που πονεί…)
Καλωσορίσατε! Ξεβράχνιασε η φωνή!

Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι
Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!
image004Παρά την αίγλη που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει στη Μακρόνησο όσον αφορά την επιτυχία στην «αναμόρφωση» των πολιτικών αντιπάλων, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Το πλήθος των καταγγελιών στον Tύπο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο την έφερναν σε δύσκολη θέση. Η ίδια η επιτυχία της «αναμόρφωσης» διαψευδόταν, άλλωστε, από τα γεγονότα, όπως στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950 όπου η πλειονότητα των πολιτικών εξορίστων ψήφισε υπέρ της Δημοκρατικής Παράταξης που υποστηριζόταν από την Αριστερά 15, μιας και το ΚΚΕ ήταν ήδη εκτός νόμου και δεν είχε συγκροτηθεί ακόμη η ΕΔΑ 16. «Οι χιλιάδες των κρατουμένων, οι «Δελτα-πίτες», όλα τα παιδιά αυτά, που ζητωκραύγαζαν πότε υπέρ του Βασιλόπουλου κι άλλοτε υπέρ του Μπαϊρακτάρη, όλα τα παιδιά που τραγουδούσαν συντεταγμένα: «Μολυσμένη ως τώρα η ψυχή μας / θέλει βάπτισμα ξανά εθνικό, ναι εθνικό / φόβο πια δε θα έχει η φυλή μας / απ’ τον άτιμο κομμουνισμό».

Όλα τα παιδιά αυτά της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αντίστασης, που κάτω από άγρια βασανιστήρια είχαν κάνει τη δήλωση μετανοίας και που με τη νοσηρή κι εγκληματική του φαντασία ο Βασιλόπουλος πίστευε και μας έλεγε: «πως είχαν αποβάλει τον παλιό τους εαυτό για να ενταχθούν στους κόλπους της πατρίδας». Ψήφισαν όλα τη Δημοκρατική Παράταξη – το σύνθημα της ομάδας κρατουμένων – και τίναξαν τη Μακρόνησο και το σύστημά της στον αέρα» 17.

Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, τον Μάιο του 1950 αποφάσισε την κατάργηση των στρατοπέδων για πολίτες στη Μακρόνησο. Το καλοκαίρι του 1950 2.815 άνδρες εξόριστοι μεταφέρθηκαν στον Άγιο Ευστράτιο και 532 γυναίκες στο Τρίκερι» 18.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «αμετανόητους» που μεταφέρονται από το κολαστήριο της Μακρονήσου στον Άη Στράτη 21 ήταν και ο Μενέλαος Λουντέμης που δεν είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο. Στο ποίημά του «Ταξίδι στον Άη-Στράτη» ο συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι του και αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του στον νέο τόπο της εκτόπισης και του μαρτυρίου του:

Ταξίδι στον Άη-Στράτη 22

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο πετρονήσι μας.

Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),

εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι…
Άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-

μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες 23.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.

Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.

Το πλοίο οκνό, κι’ ολονυχτίς μας εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
-Μεταλλικό κιβούρι 24-
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.
Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,

παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
Φερέοικοι 25 Ροβινσώνες του Αιγαίου.
Που ζαλωθήκαμε 27 στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού

ακόμη κυματίζει,
η διψασμένη ανάσα μας.

Και στο γιαλό απ’ την πέτρινην εξέδρα της

μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεφούσκωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκκαλα…

image006Και χτες πρωί, με την αυγή
φουντάραμε στον Κόσμο μας,
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι.
Νησί μικρό χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).

Μα ο κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης – τα τζιτζίκια.
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα.
Εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας προσμέναν
κάτι γρηούλες μυγδαλιές
λίγου νερού ζητιάνες
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη ρεματιά,
(προσκυνητάρι της πανώριας Άνοιξης)
Αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδελφή.
Και μας θυμιάτισε με τη μοσκοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή…

Αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθειά. Βαθειά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και προσκύνησε.
Ήταν η πρώτη φορά…

image014

Εξόριστοι στον “Αη-Στράτη. (Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη) Ο άδηλος χρόνος: Εκτοπίσεις επ” αόριστον: Οι Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας μπορούσαν να επιβάλουν εκτοπίσεις μέχρι 12 μήνες. Είχαν όμως τη δυνατότητα να παρατείνουν την εκτόπιση «δι’ εν εισέτι έτος». Με αυτόν τον τρόπο εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες έμειναν στην εξορία για πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια.
«Ο διωγμός μας οφείλεται σε καθαρά πολιτικά ελατήρια. Στο πρόσωπό μας, η κυβέρνηση τιμωρεί όχι τους παραβάτες κανενός ιδιαίτερου νόμου, αλλά τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο λόγος που μας έστειλαν εξορία για τρία περίπου χρόνια, και μερικούς μάλιστα για τέσσερα, είναι γιατί αρνηθήκαμε να υπογράψουμε τις λεγόμενες ‘δηλώσεις μετανοίας’, αρνηθήκαμε, δηλαδή, να υπογράψουμε γραφτές δηλώσεις με τις οποίες να απαρνιόμαστε ορισμένες απόψεις και πεποιθήσεις». (Υπόμνημα πολιτικών εξορίστων, 1950)

Ο Άη Στράτης ήταν τότε ένα απομονωμένο νησί στην άγονη γραμμή του Βορείου Αιγαίου, που δεν μπορούσε να ζήσει τους λιγοστούς κατοίκους του, που συνέχεια ξενιτεύονται 29. Ήταν μια γη που της έλειπε το νερό, όμως μόνιμα η ατμόσφαιρά της ήταν κορεσμένη από υγρασία. Οι γυμνές πλαγιές που τις έδερναν ολοχρονίς οι άνεμοι οδηγούσαν στη χαράδρα. Εκεί στήνονταν τα τσαντίρια των εξόριστων…» 30.

Το στρατόπεδο των εξόριστων βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τον παλιό οικισμό μέσα σε δύο μικρές κοιλάδες που σχηματίζουν οι χείμαρροι Παραδείσης και Τενεδιώτης πριν να ενωθούν για να καταλήξουν στην παραλία του οικισμού. Ολόγυρα στις πλαγιές και τα υψώματα, όπως του Αγίου Μηνά που βρίσκεται ανάμεσα στις δυο κοιλάδες, υπήρχαν φυλάκια και σκοπιές της χωροφυλακής που επιτηρούσαν νυχθημερόν τους εξόριστους. Η δύναμη της φρουράς αποτελούνταν από ένα λόχο χωροφυλακής με 100-120 άνδρες ενώ υπήρχε και Τμήμα Ασφαλείας. Οι εξόριστοι ζούσαν συλλογικά και χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, κυρίως με βάση την καταγωγή τους, μέσα σε σκηνές από καραβόπανο και αυτοσχέδια πλινθόκτιστα καλύβια. Για τους ηλικιωμένους και τους άρρωστους είχαν ενοικιαστεί μικρά σπιτάκια και δωμάτια στον οικισμό.

Στον Άη Στράτη την περίοδο 1948-1963 οι εξόριστοι μαζί με τους φρουρούς-χωροφύλακές τους ξεπέρασαν τους 4.000: «Οι αγέρηδες κουρελιάζουν τα τσαντίρια…, πρέπει ν’ αγωνιστούμε για ν” αυξηθεί το επίδομα πείνας…, να σταματήσει η λογοκρισία, να σπάσει η απομόνωσή μας από το χωριό και τους κατοίκους του, να επιτραπεί το επισκεπτήριο…, να σταματήσουν οι ψυχολογικές πιέσεις, οι απειλές και οι ‘υποσχέσεις’… Κάθε χρόνο… οι επιτροπές δημόσιας ασφάλειας συνεδριάζουν και υπογράφουν τις στερεότυπες παρατάσεις της εκτόπισης (που) συνέχεια ανανεώνονται… Πρέπει να οργανώσουμε την ‘επ” αόριστον’ ζωή μας εδώ… Ανοίγουμε πηγάδια και προσπαθούμε με το γλυφό νερό να εξασφαλίσουμε μια μικρή παραγωγή σε λαχανικά» 31.

image007Το κρατικό επίδομα μόλις και μετά βίας αρκούσε στους εκτοπισμένους για ένα γεύμα την ημέρα. Ωστόσο, με τη συλλογική οργάνωση εξασφάλιζαν τρόφιμα από την καλλιέργεια λαχανικών, την εκτροφή πουλερικών, την αλιεία και άλλες ασχολίες. Οι εξόριστοι οργάνωσαν κουζίνα και αρτοποιείο, δημιούργησαν συνεργεία τσαγκάρηδων, ραπτών, κουρέων κλπ., λειτούργησαν λευκοσιδηρουργείο και μηχανουργείο, στελέχωσαν οικοδομικά συνεργεία και συνεργεία υλοτόμων, ενώ οι εξόριστοι γιατροί και φοιτητές της Ιατρικής στον Άη Στράτη πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους εκτοπισμένους, αλλά και στους μόνιμους κατοίκους του νησιού, που σε πολλές περιπτώσεις σώθηκαν από βέβαιο θάνατο.

Εκτός από τον Μενέλαο Λουντέμη βρίσκονταν εκεί οι Βάρναλης, Ρίτσος, Καρούζος, Κατράκης, Πατρίκιος, Λειβαδίτης κ.α. Ανάμεσα στους εκτοπισμένους βρέθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου, όπως οι Τζαβαλάς, Κώστας Μπαλαδήμας, Φάνης Καμπάνης, καθώς και λογοτέχνες, όπως οι “Aρης Αλεξάνδρου, Μανώλης Φουρτούνης, Νίκος Παπαπερικλής. Πολλοί ήταν και οι μουσικοί και μουσικολόγοι, μεταξύ των οποίων οι Φοίβος Ανωγειανάκης, Νίκος Μάργαρης, Κώστας Τριανταφύλλου και Στάθης Αλημίσης. Υπήρχαν επίσης ζωγράφοι και χαράκτες, όπως ο Χρίστος Δαγκλής και άλλοι. Κοντά τους εκπαιδεύτηκαν και αργότερα διακρίθηκαν στη ζωγραφική και τη χαρακτική ο Γιώργος Φαρσακίδης, ο Τάκης Τζανετέας και πολλοί άλλοι εκτοπισμένοι.

Εξόριστος στον Άη-Στράτη ήταν εκείνη την εποχή και ο Κώστας Γαβριηλίδης 32, πρώτος βουλευτής Θεσσαλονίκης στις εκλογές του 1951 με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ 33.

image008Εκεί ο Μενέλαος Λουντέμης συντάσσει με τους άλλους πολιτικούς εξόριστους του Άη-Στράτη ένα άρθρο καταγγέλλοντας το απαράδεκτο καθεστώς της εκτόπισης και κάνοντας έκκληση στη δημοκρατική συνείδηση των λαών όλου του κόσμου να αφυπνιστεί και να διαμαρτυρηθεί για να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 επιβάλλουν στους εξόριστους και τους εκτοπισμένους στα ξερονήσια του Αιγαίου:

«Αδέλφια όλου του κόσμου
Ελεύθεροι άνθρωποι της Γης, απευθυνόμαστε σε εσάς. Στην συνείδησή σας, στην αγάπη σας για την ανθρωπότητα, ζητώντας να μας βοηθήσετε.
Σας καλούμε να μας βοηθήσετε σαν ανθρώπους, σαν φίλους της ειρήνης και της ευτυχίας των ανθρώπων.
Σας καλούμε σαν γονιούς, που δεν θέλετε να βρεθούν τα παιδιά σας σε μια τέτοια τρομακτική κατάσταση.
Σας καλούμε σαν γυιούς, που δεν θα θέλατε η πείνα και η δυστυχία να καταφάει τα μέτωπα των γονιών σας σταλιά-σταλιά
Σας καλούμε σαν ανθρώπους, που η συνείδησή σας δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητη στο τραγικό δράμα χιλιάδων ανδρών και γυναικών που πεινάνε και φθίνουνε 34 και πεθαίνουν σε όλα τα άγονα νησιά του Αιγαίου.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΕΙΤΕ σε όλες τις αρχές, σε όλες τις ελληνικές και ξένες πρεσβείες και τον Ερυθρό Σταυρό.
Να σταματήσει αυτό το απάνθρωπο καθεστώς της τρομοκρατίας και των στερήσεων που με την εφεύρεση του νόμου 511 μας επιβάλλουν. Για να μας αυξήσουν το επίδομα εφόσον μας κρατούν σε ένα στοιχειώδες ανθρώπινο επίπεδο, τουλάχιστον 8.000 ελληνικές δραχμές.
Για να ματαιωθεί ο μαρτυρικός θάνατος, ο αργός μαρτυρικός θάνατος από την πείνα.
Για να καταργηθούν τα Στρατόπεδα στην Ελλάδα.
Για να απολυθούν όλοι οι εξόριστοι…»

image009Εκεί, στις 17 Σεπτέμβρη 1952, ο Κώστας Γαβριηλίδης, γραμματέας της ΕΔΑ, και διευθυντής της εφημερίδας «Δημοκρατική», θα αφήσει μέσα σε αφάνταστες κακουχίες την τελευταία του πνοή 35. Ο συνεξόριστός του Μενέλαος Λουντέμης θα του αφιερώσει το ποίημά του «Ολόρθος»:

Ολόρθος! 36

(Στη Σκιά του Κ. Γαβριηλίδη)

Η στάση αυτή του αιώνιου ύπνου δε σου ταίριαζε,
αγαπημένε φίλε.
Εσύ ολόρθος ήσουν πάντα.
Ολόρθος στους αφρούς της λύσσας και της θάλασσας,
εκεί στο Μακρονήσι.
Ολόρθος πλάι στο κοντάρι το στητό
με τη σημαία «αδελφωθήτε».
Ολόρθος στην πλώρη της ζωής. Κι’ ολόρθος –μάθε το-
-σ’ όποια στάση κι’ αν σ’ έδωκαν στη γη-
ολόρθος στη μνήμη μας θα μένεις.

Θάθελα ακόμη να το πω. Κι’ άλλη φορά: Ολόρθος!
Σα θρύλος. Σαν αγρύπνια. Σα λόχη της φωτιάς.
Ολόρθος. Σαν τον ήλιο του καταμεσήμερου.
Σαν τις κολόνες των Ναών,
που ζούνε και πεσμένες.

Το φέρετρό σου το κρατήσαμε με τα δόντια,
ορκισμένοι υπήκοοι της καρδιάς σου.
Σ’ ένα διάβα σπαραχτικό μες στα δρομάκια,
τα μουσκεμένα απ’ τα δάκρυα του χωριού,
(οι γρηές κι’ οι κοπελούδες τ’ Άη-Στράτη
Για τις γρηές και κοπελούδες της Ελλάδας).

Α, ηλιοκαμένες χωριάτισσες του τόπου μας.
Εσείς που του χαρίσατε ψωμί κι’ αλάτι,
κι’ αργαλίσια πετσέτα 37 να πλυθεί …
Πως βλέπω τα μαλλιά σας λυμένα καταγής
ν’ ανεμίζουν σαν τα στάχυα της Θεσσαλίας.
Χωριάτισσες της πικραμένης Ρούμελης.
Της Ήπειρος γρηές – ξεραγκιανά 38 εικονίσματα.
Και του Μωρηά βαβάδες… 39
Του Πόντου Παναγιές –«ρίζα μ’ Κωστή…»
Και της Μακεδονίας μυροφόρες…
Έφυγ’ ο δικός σας, έφυγε πρωινός.
Και πάει πικρό ταξίδι.
Πάει. Μ’ άφησε πίσω τον ίσκιο τον πλατύ,
να σας δροσολογάει στα λιοπύρια.
Πάει ταμένος κουρμπάνι 40 στη σφαγή
για να στεριώσει το γιοφύρι της αγάπης.

Έφυγε πρωινός. Μα θα ξανάρθει.
Σα θα μεστώσει το δέντρο του καρπό,
Το δέντρο της αυλής του –της Ειρήνης…
Και πάρουν να βουίζουν οι αυλακιές,
Να κελαϊδούν ξετρελλαμένα τα δρεπάνια…
Θάρθει, σα γνώριμος αχός 41 πα στα σπαρτά,
να σκουπίσει ανασασμένος τον ιδρό του.
Και να σφυρίξει το σκοπό του θεριστή
στον πρότυπον αγρό «Κώστας Γαβριηλίδης».

image025Η πλημμύρα στον “Αη-Στράτη. Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη σε όρθιο ξύλο που αναπαριστά μια από τις νυχτερινές πλημμύρες που σάρωσαν το στρατόπεδο των εξόριστων στον Άη-Στράτη. Πάνω από τα αντίσκηνα, η σκοπιά του Αγ. Μηνά και ο τάφος των νεκρών εξόριστων της κατοχής. «…και με τις πρώτες δυνατές βροχές οι σκηνές και το στρατόπεδο πλημμυρίζουν μέσα σε ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στη θάλασσα… 42». Μετά τις πλημμύρες αρχίζουν επιδημίες ασθενειών, όπως η δυσεντερία και ο τύφος 43.

Στα 1954 είχε διακοπεί προσωρινά η εκτόπιση του Μενέλαου Λουντέμη στον Αη-Στράτη και ο ίδιος βρισκόταν στην Αθήνα. Εκεί παίρνει ένα γράμμα από κάποιον συνεξόριστό του που τον είχε αφήσει πίσω σ’ αυτόν τον άγονο βράχο του Βόρειου Αιγαίου. «Απόψε είχαμε πλημμύρα…», του γράφει, ανασύροντας στον συγγραφέα βιώματα, συγκινήσεις και εμπειρίες από τις κακουχίες που είχε μοιραστεί με τους εκτοπισμένους αγωνιστές, τις οποίες μετουσίωσε ποιητικά στο: «Η ψυχή μου έμεινε εξορία».

Η ψυχή μου έμεινε εξορία 44

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
(Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι’ απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φώς.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»:
(«Γεννηθήτω φως» -και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
Γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς, που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς, που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεργιά,
Και χίλια χρόνια μακρυά απ’ την Οικουμένη.
Παλεύει ένα ολομόναχο νησί,
-πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας-
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.
Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,

Ξεκολλημένος απ’ τις σελίδες της Μυθολογίας.
Κι’ έσπασε τους μύλους του Νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
τον πυρρίχιο 45 της λύσσας.
Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντηριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόϊσα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν, την πλαγιά.
(Κι’ ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές.
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν.
Τι μπόγους, τι σοδειές, και τι υπάρχοντα.
Τι αίματα, τι δέματα, και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας… Που βράχηκε,
Και δε θα διαβάζεται πια
(Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι’ όλα αυτά, γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκειά και ταπεινή.
Σαν την «επί του όρους» ομιλία.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογγήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί.
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μούδωσε το σταυρό του μαζί μου…

 

image010Όντας στην Αθήνα ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί τους, τη Μυρτώ, για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό…… Τού έγραφε ψέματα όπως θα μάθει χρόνια αργότερα… Ο ποιητής συγκλονίζεται και γράφει το ποίημα «Η Μυρτώ χάθηκε»:

Η Μυρτώ χάθηκε 46

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ … Μυρτώ…» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.
Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.
Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το “καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που “ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα …
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; – Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.
Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.

Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;
Εγώ θα σ” έβρισκα…
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσαι αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ’ έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Ωστόσο, πολλοί στον Αη Στράτη κατάφεραν να επιβιώσουν και να αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες, χάρη στη δημιουργικότητα, την εφευρετικότητα, την οργάνωση και την αλληλεγγύη τους, φθάνοντας να διοργανώνουν αθλητικές και γιορταστικές εκδηλώσεις και να ανεβάζουν ακόμη και θεατρικές παραστάσεις, όπως οι «Πέρσες» του Αισχύλου, ο «Ποπολάρος» του Ξενόπουλου, ο «Οθέλος» και πολλές άλλες με πρωτεργάτη τον Μάνο Κατράκη. Πολύ δημοφιλείς ήταν και οι παραστάσεις με σατιρικά σκετς ή με έργα επιθεωρησιακού χαρακτήρα.

«Μετά τη δοκιμασία της Μακρονήσου, θα πει ο Γιώργος Φαρσακίδης 47 με τη φωνή σπασμένη απ’ τη συγκίνηση και τα μάτια να λάμπουν στη θύμηση εκείνης της εποχής, το στρατόπεδο εξoρίστων του Άη-Στράτη -παρά τις στερήσεις και τα εμπόδια που μας επέβαλε το επίσημο κράτος- θα γνωρίσει έναν πρωτόγνωρο μορφωτικό και πολιτιστικό οργασμό».

Να ένα ευτράπελο 48 περιστατικό που σημειώθηκε εκεί: «Το 1953, ο Καρούζος είχε επιστρέψει από άδεια και αναζητούσε ένα λεπτό νεανικό πρόσωπο για το ρόλο της «Δυσδαιμόνας» στον «Οθέλλο» 49. «Μα και βέβαια υπάρχει» του λέει ο Λουντέμης, «είναι ο Αυδίκος, στον τρίτο τομέα». Πάει τρέχοντας, στη σκηνή του ο Καρούζος. «Ποιος είναι ο Αυδίκος», ρωτάει. «Φωνάξτε τον γρήγορα, τον θέλω να παίξει στο θέατρο». «Εγώ είμαι» του απαντάει εκείνος, κολακευμένος για την προτίμηση. «Εσύ είσαι! Νερό, βρε παιδιά. Ρίξτε μου νερό να συνέλθω. Βρε τον άτιμο, βρε τον κοντυλοφόρο του σατανά». Κι ο Αυδίκος μπροστά του, μαυριδερός, τριχωτός και πελώριος. «Όχι παιδί μου», του λέει ο Καρούζος, «μην απελπίζεσαι. Θα σε προτιμήσω σε μια άλλη παράσταση, για Δερβέναγα, με την χαντζάρα στο χέρι». Στιγμές απείρου κάλλους ξετυλίγονταν από εξαίσιους ανθρώπους, εκείνα τα δύσκολα χρόνια» 50.

image031«Πέρασε μια βδομάδα τώρα που δόθηκε η δεύτερη παράσταση των Περσών… Την ανέβασε ο Κατράκης. Οι άνθρωποι που παίζανε, για πρώτη φορά ανεβαίνανε στη σκηνή. Όμως η παράσταση στάθηκε τόσο καλή που ακόμη η ίδια θα μπόραγε να σταθεί και έξω περίφημα. Πρώτος Κορυφαίος ο Καρούσος, Εξάγγελος ο Κατράκης…. Χορός από 18 γέρους. Δουλειά σκληρή και βασανιστική. Κοντεύει η ώρα της παράστασης…. Κάποια ανησυχία επικρατεί. Η παράσταση αρχίζει. Απλώθηκε τέλεια σιγαλιά. Η όραση και η ακοή βρίσκονται στη μεγαλύτερή τους ένταση. Η ανάσα σταματάει και οι καρδιές των ανθρώπων ριγούν από τη συγκίνηση. Οι αθάνατες αλήθειες, ξαναζωντανεμένες, μπαίνουν ίσια στην ψυχή όλων…» 51.

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Το κείμενο αυτό στην ουσία του αποτελεί ανάπτυξη ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε το 2012 στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα (βλ. Δαμασκηνός Δημήτρης, Κραυγή στα πέρατα (1954) (Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο Διαδρομές, Σάββατο, 28 Απριλίου 2012.

2. Το ποίημα «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή του Μενέλαου Λουντέμη: «Κραυγή στα πέρατα», που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1954 από τον εκδ. οίκο Παλμός. Περιλαμβάνει ποιήματα από τέσσερις δημιουργικές περιόδους του λογοτέχνη: Α’ 1932-1940. Β’ 1941-1944 (Η ΚΑΤΟΧΗ). Γ’ 1947-1953 (ΜΑΚΡΟΝΗΣΙ). Δ’ 1954 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι αντλημένο από την 4η έκδοση των εκδόσεων Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

3. Συλλογικό έργο, Μακρόνησος – Ιστορικός τόμος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Μάρτιος 2006, τόμος β΄, σελ. 466.

4. Γιώργος Πετρόπουλος, Γυναίκες στην εξορία στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση «7 Μέρες Μαζί», Κυριακή 3 Φλεβάρη 2008, σελ. 11.

5. κλωβός ο: (εδώ) ειδική περίφρακτη κατασκευή. [λόγ. < αρχ. κλωβός «κλουβί»].

6. Βλ. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

7. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 93-95.

8.Η αλκυόνη είναι θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, το ψαροπούλι ή θαλασσοπούλι ή και ακόμα μπιρμπίλι της θάλασσας. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το πουλί Αλκυόνη ήταν κόρη του θεού των ανέμων Αίολου, που ο Δίας μεταμόρφωσε σε πτηνό μετά την αυτοκτονία της λόγω του θανάτου του αγαπημένου της, Κύηκα. Μάλιστα επειδή οι αλκυόνες γεννούν τα αυγά τους τον Ιανουάριο σε φωλιές μέσα στους βράχους, ο Δίας επέτρεψε στον ήλιο να λάμπει δυνατά και να ζεσταίνει τις αλκυόνες μέχρι να επωαστούν τα αυγά τους. Οι ζεστές αυτές μέρες του Γενάρη ονομάστηκαν γι’ αυτό το λόγο αλκυονίδες μέρες.

9. βραγιά η: 1. το καθένα από τα καλλιεργημένα τμήματα κήπου που είναι φυτεμένος με άνθη ή λαχανικά: Mια ~ φυτεμένη με ντομάτες / λουλούδια. Σκαλίζω / ποτίζω τη ~. 2. φυσικός φράχτης κήπου. [ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) bra(ia) -ιά].

10. μπάτης ο: ελαφρός και δροσερός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα· θαλασσινή αύρα: Φυσάει / δροσίζει ο ~. [ίσως τουρκ. bati [batí] «δυτικός άνεμος» (μετακ. τόνου;)].

11. Ανδρομάχη (μυθολογία): Στην ελληνική μυθολογία η Ανδρομάχη ήταν η σύζυγος του Έκτορα, η κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της «Υποπλακίης Θήβης», όπως την ονομάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Γιος της Ανδρομάχης και του Έκτορα ήταν ο Αστυάνακτας, ή Σκαμάνδριος, που μετά τον Τρωικό πόλεμο οι νικητές τον κρέμασαν από τα τείχη της Τροίας. Ο Έκτορας σκοτώθηκε επειδή δεν είχε ακούσει τη συμβουλή της Ανδρομάχης να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα. Η Ανδρομάχη θρήνησε για τον θάνατό του όταν ο Αχιλλέας τον έσερνε πίσω από το άρμα του στο `Ιλιον Πεδίον, και πάλι όταν ο πεθερός της Πρίαμος, βασιλιάς της Τροίας, έφερε τη σορό του στο ανάκτορο, πρώτη εκείνη, κρατώντας το κεφάλι του μέσα στις χούφτες της (Ιλιάδα, Ω 725-745). Μετά την άλωση της Τροίας, η Ανδρομάχη πιάστηκε αιχμάλωτη και, στη διανομή ανάμεσα στους νικητές, έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου, γιού τού νεκρού πια Αχιλλέα.

12. Η Ηγερία λεγόμενη και Εγερία ήταν πρόσωπο της Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Πρόκειται για την «Egeria» των Λατίνων. Αρχικά ήταν Νύμφη και αργότερα σύζυγος του μυθικού Βασιλιά και νομοθέτη Νουμά Πομπιλίου, του δεύτερου βασιλιά της Ρώμης, ο οποίος για να προσδώσει περισσότερο κύρος στους νόμους του έλεγε ότι αυτούς τους υπαγόρευε σ’ αυτόν η Νύμφη Ηγερία που τη συναντούσε στο δάσος. Η Ηγερία λατρευόταν επίσης και ως προστάτις των γυναικών κατά τον τοκετό. Το όνομα «Ηγερία» χρησιμοποιείται σήμερα σε εκφράσεις προς ένδειξη φίλης που διακρίνεται στις τέχνες και ειδικότερα σ’ εκείνες που ασκούν ιδιαίτερη επιρροή στο δημόσιο βίο κυρίως επιφανών ανδρών.

13. βαλαντωμένος, -ή, -ο (μτχ. παθ. πρκ. του ρ. βαλαντώνω): (προφ., λαϊκότρ.) 1. κουρασμένη, καταβεβλημένη, εξαντλημένη σωματικά (κυρ. από κόπο ή ζέστη): Tη βρήκα βαλαντωμένη απ΄ το κλάμα, καταβεβλημένη από το πολύ κλάμα. 2. στενοχωρημένη υπερβολικά, θλιμμένη, καταβεβλημμένη ψυχικά.

14.δρολάπι το (ουδέτερο): ισχυρή βροχή με δυνατό άνεμο. Συνώνυμα: ανεμοβρόχι.

15. «Στη Μακρόνησο (7ος Λόχος) ο Κώστας Γαβριηλίδης με το μεγάλο κύρος του και τη μεγάλη κοινωνική και πολιτική του ευρύτητα συντέλεσε καθοριστικά, στο πολύ δύσκολο -στη φάση εκείνη- πρόβλημα, πραγματοποίησης της αγωνιστικής ενότητας μεταξύ όλων των πολιτικών κρατουμένων, και εκείνων που άντεξαν περισσότερο και εκείνων που άντεξαν λιγότερο, μέσα από τη σκληρή δοκιμασία και τα ανείπωτα βασανιστήριά τους, με αποτέλεσμα στις εκλογές που επακολούθησαν μεταξύ Λαϊκού Κόμματος και Πλαστήρα, να υπερψηφιστεί από όλο το στρατόπεδο, το κόμμα το Πλαστήρα». (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

16. Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά.

17. Νίτσα Γαβριηλίδου, ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ-30 ΓΕΝΑΡΗ 1950, Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, εφημ. Ριζοσπάστης, Παρασκευή 30 Γενάρη 2004, σελ. 16.

18. Πολυμέρη Βόγλη, Εξόριστοι στα χρόνια του Εμφυλίου, εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012.

19. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα: Όταν άνοιξαν οι βαριές αμπάρες κι έκλεισαν μέσα τους το μισό έθνος/Βαρδή Β. Βαρδιρογιάννη, Παναγιώτη Γ. Αρώνη, εκδόσεις Φιλίστωρ, 1η έκδοση, Αθήνα 1996, (Ιστορία και Μνήμη·5).

20. Όλες οι φωτογραφίες από το αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη είναι αντλημένες από το λεύκωμα που εξέδωσε το 1999 το Υπουργείο Αιγαίου, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ Φωτογραφικά Ίχνη (1940-1970), Αρχείο Βασίλη Μανικάκη.

21. Ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης βρέθηκε στον Αη-Στράτη στον τρίτο κλωβό, στην ίδια σκηνή με τον Μενέλαο Λουντέμη. (βλ. Διονύσης Γεωργάτος, Πέθανε ο αγωνιστής Χρίστος Ιακωβίδης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 27 Γενάρη 2008, σελ. 29).

22. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977, σελ. 104-106.

23.Ο Ιωνάς ήταν προφήτης ο οποίος αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., την εποχή του βασιλιά Ιεροβοάμ του Β’. Ο Θεός τον πρόσταξε να πάει στη Νινευή και να πείσει τους αμαρτωλούς κατοίκους της να μετανοήσουν. Ο Ιωνάς όμως δεν υπάκουσε. Μπήκε σ’ ένα καράβι κι αντί να πάει στη Νινευή, τράβηξε για την Θαρσείς. Τότε, από την οργή του Θεού, ξέσπασε τέτοια τρικυμία, που το πλοίο κινδύνευε να βουλιάξει. Ταραγμένοι, πλήρωμα κι επιβάτες, περίμεναν μοιρολατρικά το χαμό τους. Ο καπετάνιος, πάνω στην απελπισία του, πρότεινε να ρίξουν κλήρο για να δουν ποιος φταίει για το κακό που τους βρήκε. Κι ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, που έτσι ομολόγησε το βαρύ παράπτωμά του απέναντι στο Θεό. Τον έριξαν λοιπόν στη θάλασσα, που αμέσως ηρέμησε και τον κατάπιε ένα τεράστιο κήτος. Το μεγάλο ψάρι εξέμεσε τον απρόθυμο να υπακούσει στον Θεό Ιωνά. Τρεις μέρες έμεινε στην κοιλιά του κήτους και στο διάστημα αυτό προσευχόταν ακατάπαυστα στο Θεό, παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Την τρίτη μέρα το κήτος πλησίασε στη στεριά και τον έβγαλε από το στόμα του. Ο Ιωνάς ευχαρίστησε το Θεό που τον συγχώρεσε και πήγε κατόπι στη Νινευή, όπου κήρυξε στους κατοίκους τη μετάνοια και τους έσωσε.

24.κιβούρι (ουδέτερο): 1. το φέρετρο, 2. ο τάφος.

25. φερέοικος (επίθετο): 1. (εδώ) αυτός που κουβαλάει το σπίτι του, ο περιπλανώμενος. 2. αυτός που έχει κέλυφος ή καβούκι, ιδίως για το σαλιγκάρι. [< φέρω + οίκος] (επίθετο).

26. Ο Ροβινσώνας Κρούσος (Robinson Crusoe) είναι μυθιστόρημα του Ντάνιελ Νταφόε, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1719. Επιστολικό, εξομολογητικό και διδακτικό στη μορφή του, το βιβλίο είναι μία φανταστική αυτοβιογραφία του ομώνυμου χαρακτήρα -ενός ναυαγού που πέρασε 28 χρόνια σε ένα απομακρυσμένο τροπικό νησί κοντά στο Τρινιντάντ, αντιμετωπίζοντας κανίβαλους, αιχμαλώτους και στασιαστές πριν διασωθεί.

27. ζαλώνομαι [< παθητική φωνή του ζαλώνω]: φέρνω ένα φορτίο στους ώμους μου για να το μεταφέρω. Συνώνυμα: φορτώνομαι, ζαλικώνομαι.

28. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, σχέδια και κείμενα Γιώργου Φαρσακίδη, επιμέλεια-διόρθωση: Ν. Καρτσάς-Μ. Βλαχοπούλου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Φαρσακίδης, εκδόσεις Σκυτάλη, 4η έκδοση, σελ. 67. (ΕΣΑΙ = σημαίνει Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Ιδιωτών).

29. Την ίδια περίοδο στο Τρίκερι του Παγασητικού, τόπο εξορίας των γυναικών, βρισκόταν μαζί με την κόρη τους Μυρτώ η γυναίκα του Μενέλαου Λουντέμη αλλά και η δημοφιλής καλλιτέχνης της εποχής Καίτη Ντιριντάουα, σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Χατζηχρήστου (Βλ. Στέλλα Κεμανετζή, Γέμισαν με… τουρίστες οι τόποι εξορίας, εφημερίδα Το Έθνος, Τρίτη 28/02/2012).

30. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

31. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., σελ. 209-210.

32. Ο Κώστας Γαβριηλίδης γεννήθηκε στις 31/12/1897 στο Κάτω Τσαπίκ του Νομού Καρς στον Νότιο Καύκασο. Στα 20 χρόνια του υπηρετεί την θητεία του στον τσαρικό στρατό κι εκεί τον βρίσκει και η επανάσταση του 1917. Το καλοκαίρι του 1920 θα εγκαταλείψει με την οικογένειά του την Ρωσία και θα εγκατασταθεί στο χωριό Κοκκινιά του Κιλκίς. Το 1923, με την ίδρυση του ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας) o Γαβριηλίδης θα ενταχθεί στις γραμμές του. Aπό το 1932 έως το 1935, ο Κώστας Γαβριηλίδης, εκλέγεται βουλευτής του ΑΚΕ στην Θεσσαλονίκη. Με την ίδρυση του Παλλαϊκού Μετώπου, το 1936 από το ΚΚΕ και το ΑΚΕ, ο Γαβριηλίδης κατέρχεται στις δημοτικές εκλογές του Κιλκίς και κερδίζει την έδρα του δημάρχου. Αργότερα, και με την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ανάφη. Το 1937 δραπετεύει και συλλαμβάνεται ξανά το 1938 στην Αθήνα. Μετά από σύντομη δίκη στέλνεται στα μπουντρούμια της Κέρκυρας. Με την είσοδο των Γερμανών στη Ελλάδα συλλαμβάνεται εκ νέου στις 02/07/1941 και κλείνεται στα στρατόπεδα της Λάρισας και των Τρικάλων. Αργότερα θα αφεθεί ελεύθερος σαν ασθενής και θα ανέβει στα βουνά μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εκεί θα του δοθεί μια θέση στην ΚΕ του ΕΑΜ καθώς και το Υπουργείο Γεωργίας στην ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Είχε συλληφθεί αρχικά απ’ τον Ζέρβα και είχε σταλεί εξορία στην Ικαρία, την Μακρόνησο και τον Άη-Στράτη. Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του θα αφεθεί το 1950 προσωρινά ελεύθερος.

33. Αυτός και ακόμα έξι εξόριστοι θα αποτελέσουν την πρώτη κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΑ. Το εκλογοδικείο σύντομα θα ακυρώσει την βουλευτική τους ιδιότητα και ολόκληρη η κοινοβουλευτική ομάδα θα εκτοπιστεί εκ νέου στον Άη-Στράτη.

34. φθίνω (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1. υφίσταμαι, βρίσκομαι σε συνεχή ή σταδιακή φθορά, παρακμή, μαρασμό. 2. βρίσκομαι σε μια πορεία μείωσης, ελάττωσης.

35. Και στο διάστημα από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο στις 17 του Σεπτέμβρη 1952 (συνέπεσε στην κακιά εκείνη ώρα να είμαι και εγώ μαζί του) ως τις 27 του ίδιου μήνα και μετέπειτα ολόκληρο το στρατόπεδο των εξορίστων μαζί και όλο το χωριό του Άη-Στράτη βυθίστηκαν σε μεγάλο πένθος. Κανένας όμως δε θα μπορέσει να ξεχάσει την τόσο απάνθρωπη συμπεριφορά και τη σκληρότητα των Αστυνομικών Αρχών και της κυβέρνησης, της εποχής εκείνης, που παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των συνεξορίστων του, αρνήθηκαν επίμονα να τον μεταφέρουν στην Αθήνα, όταν έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο. Αλλά και όταν τον μετέφεραν πεθαμένο, δεν άφησαν καμιά συνοδεία των εξορίστων να τον ακολουθήσει. Στο δραματικό αυτό ταξίδι, σ’ ένα παλιοκάικο, μόνο του, μες στο πέλαγος, συνόδεψε τη σορό του, μόνο η κόρη του Νίτσα μαζί με τον απεσταλμένο – τότε – από την ΕΔΑ γιατρό – αείμνηστο – Γιώργο Σπηλιόπουλο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν τον πέρασαν καθόλου από την προκυμαία του Πειραιά που τον περίμενε ο κόσμος. Τον μετέφεραν ινγκόγκνιτο στο λιμάνι της Αθήνας και από κει στο 3ο Νεκροταφείο Νίκαιας και κηδεύτηκε, όπως όπως, ενώ είχε προγραμματιστεί να ταφεί στο Πρώτο Νεκροταφείο. Αλλά ο Κώστας Γαβριηλίδης συνεχίζει να παραμένει, αθάνατος στη μνήμη, όλων όσοι τον γνώρισαν και σύμβολο της αγροτιάς στους παραπέρα αγώνες της. (Βλ. Κώστα Νάσης, ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Λαϊκός αγωνιστής και άξιος ηγέτης της αγροτιάς, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Σεπτέμβρη 1997, σελ. 12).

36. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 107-109.

37. αργαλίσια πετσέτα: πετσέτα υφασμένη σε αργαλ(ε)ιό.

38. ξερα(γ)κιανός -ή -ό: για άνθρωπο πολύ αδύνατο, λιπόσαρκο, συνήθ. ψηλό, με όψη στεγνή: Ήταν ένας άνθρωπος πενήντα χρονών πια, ψηλός και ~. || Ξερακιανό κορμί. Ξερακιανά πόδια. [ξέρακ(ας) «ξερό δέντρο» (< ξερ(ός) -ακας) -ιανός].

39. βάβα η & βάβω η: (λογοτ., λαϊκότρ.) γιαγιά. [μσν. *βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. *βάβω (πρβ. μσν. μπάμπω) < σλαβ. babo, κλητ. της λ. baba].

40. κουρμπάνι το: (λαϊκότρ.) στην έκφραση έχουμε κουρμπάνια, χαρές και πανηγύρια. [τουρκ. kurban «σφάγιο θυσίας» (αραβ. guraban) -ι (η ελλην. σημ. από τη μεγάλη γιορτή των Οθωμανών kurban bayrami `μπαϊράμι΄ που συνοδευόταν από θυσία ζώων).

41. αχός ο: (λογοτ., λαϊκότρ.) συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος: Ο ~ της τρικυμισμένης θάλασσας / της θύελλας / της μάχης.

42. Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, ο.π., 1996.

43. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 68.

44. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 118-120.

45. πυρρίχιος -α -ο: ~ χορός και ως ουσ. ο πυρρίχιος, ονομασία χορού, του οποίου οι κινήσεις μιμούνται αντίστοιχες κινήσεις αρχαίου πολεμιστή σε ώρα μάχης: Ο ποντιακός / αρχαίος ελληνικός ~. || (μετρ.) Ο ~ πόδας. Tο πυρρίχιο μέτρο. [λόγ. < ελνστ. πυρρίχιος «που αναφέρεται στο χορό πυρρίχη (αρχ.)»].

46. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 116-117.

47. Ο Γιώργος Φαρσακίδης ήταν σκηνογράφος περισσοτέρων από 20 θεατρικών παραστάσεων που δόθηκαν στον Αη-Στράτη κατά την περίοδο 1950-1960, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους Έλληνες καλλιτέχνες.

48. ευτράπελος -η -ο: (εδώ) για κτ. που είναι αστείο, που προκαλεί γέλιο: Ευτράπελες ιστορίες / διηγήσεις.[λόγ. < αρχ. εὐτράπελος].

49. Ο μαύρος Οθέλος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ ήταν αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου.

50. Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, Μνήμες από το θέατρο του Αϊ-Στράτη,Μοναδικές στιγμές σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών που δημιούργησαν στην εξορία κατά την περίοδο 1950-1960, εφημερίδα Καθημερινή, 13/08/2011.

51. Απόσπασμα από γράμμα του Χρίστου Δαγκλή (29 Σεπτεμβρίου 1951) προς τη Βικτωρία Θεοδώρου, επίσης εξόριστη στο Τρίκερι.

Είμαι καλά (1949), του Μενέλαου Λουντέμη

1Είμαι καλά (1949), του Μενέλαου Λουντέμη 1

του Δημήτρη Δαμασκηνού,
εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού

«Τι να γίνει… Εδώ που φτάσαμε μόνο το καλό είναι απίθανο» 2

Το κολαστήριο της Μακρονήσου ιδρύθηκε στις 3 του Απρίλη του 1947 3, με σκοπό τη συγκέντρωση των κομμουνιστών, αριστερών και προοδευτικών νέων για την αναμόρφωσή τους σε «εθνικόφρονες» πολίτες και πειθήνια όργανα του καθεστώτος. Παράλληλα, η Μακρόνησος θα λειτουργούσε και ως χώρος συγκέντρωσης των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα των πιο επικίνδυνων για το καθεστώς, με πρώτη προτεραιότητα αυτούς που κρατούνταν σε φυλακές οι οποίες βρίσκονταν κοντά στις εμπόλεμες περιοχές. Το εν λόγω στρατόπεδο φτιάχτηκε με τη βοήθεια και καθ’ υπόδειξη του «συμμαχικού» παράγοντα, δηλαδή των Αμερικανών και των Βρετανών 4.

Η Μακρόνησος άνοιξε τις πύλες της στις 26 Μάη 1947, όταν άρχισαν να μεταφέρονται εκεί, από άλλες στρατιωτικές μονάδες, οι πρώτοι «επικίνδυνοι» στρατιώτες. Σιγά-σιγά δημιουργήθηκαν τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών 5, ενώ οι ύποπτοι για το καθεστώς έφεδροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί σχημάτισαν ξεχωριστό τάγμα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν εκεί και οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), όπου κρατούνταν οι υπόδικοι στρατοδικείων, οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ καθώς και οι αξιωματικοί που έλαβαν μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής. Από τον Ιούλη του 1948 άρχισαν να μεταφέρονται στη Μακρόνησο και πολιτικοί εξόριστοι που κρατούνταν στα νησιά του Αιγαίου.

2Το πολιτικό σύρμα όπως ήτανε στην αρχή (Σκίτσο του Γιώργου Φαρσακίδη, 1949) 6.

Βαθμηδόν η Μακρόνησος έγινε το υπ’ αριθμόν 1 κέντρο μέσα από το οποίο η κυβέρνηση των Αθηνών με την επίνευση 7 των Άγγλων και των Αμερικάνων «συμμάχων» της επιχειρούσε με πρωτοφανή βασανιστήρια να σπάσει το ηθικό των δεσμωτών αγωνιστών, να τους επιβάλει να αποκηρύξουν το ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, τις άλλες οργανώσεις της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και φυσικά το ΚΚΕ, να τους μετατρέψει, εφόσον ήταν δυνατόν, σε πειθήνια όργανά του ή να τους εξοντώσει ηθικά και σωματικά.

3

Εστάλησαν εκεί έφηβοι, ανήλικα παιδιά ακόμα και κάτω των 10 ετών, τρόφιμοι αναμορφωτηρίων όπως αυτού της Κηφισιάς. Λίγο αργότερα το νησί έγινε τόπος συγκέντρωσης και για τις εξόριστες γυναίκες.

Στις 25 Ιούνη 1947, από τις στήλες του «Ριζοσπάστη», δημοσιεύεται μια επιστολή φαντάρων της Μακρονήσου οι οποίοι περιέγραφαν πώς μεταφέρθηκαν στο κάτεργο, τα μαρτύριά που υπέστησαν εκεί, το καθεστώς τρομοκρατίας που επικρατούσε. Στο δημοσίευμα συμπεριλαμβανόταν επίσης το κείμενο της δήλωσης μετανοίας, που το καθεστώς ζητούσε να υπογράψουν οι εξόριστοι στρατευμένοι:

«Αγαπητέ Ριζοσπάστη,

Σου γράφουμε από το απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού–Λαυρίου («Β’ Τάγμα Σκαπανέων» το ονομάζουν οι δήμιοί μας για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου). Στο στρατόπεδο αυτό μας μετέφεραν για να μας ξεκάνουν. Μακριά από τον κόσμο, ανενόχλητοι και μεθοδικά βάλθηκαν να μας εξοντώσουν.

Ξεκινήσαμε για τον καταραμένο αυτό τόπο από το Πόρτο–Ράφτη τα ξημερώματα της 26 Μαΐου κατά λόχους. Τρεις μέρες χρειάσθηκαν για να μεταφερθούμε, 1.500 δημοκρατικοί φαντάροι, σαν πρόβατα επί σφαγήν, στο απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού. Πριν μας μεταφέρουν έψαχναν φαίνεται να βρουν τον τόπο που σίγουρα προορίζουν για τάφο μας. Και δεν άργησαν. Πρόκειται για ένα άνυδρο νησί που ούτε κατσίκια δε φιλοξενεί. Είναι ολόγυμνο. Ίχνος δένδρου δεν υπάρχει. Μερικά σκίνα 9 αποτελούν το μόνο διάκοσμό του.

Μόλις πατήσαμε το πόδι μας ζαλισμένοι, νηστικοί και διψασμένοι, το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ατέλειωτη σειρά από τάφους και μνήματα Τούρκων και Βουλγάρων αιχμαλώτων του πολέμου 1912-13. Από την πρώτη μέρα άρχισε το μαρτύριό μας. Μας βάζουν να γκρεμίζουμε αυτούς τους τάφους. Ολημερίς πνιγμένοι στον ιδρώτα και τη σκόνη, κατάκοποι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι με το μαστίγιο πάνω από τα κεφάλια μας, δίχως νερό σκάβουμε. Τα μνήματα και οι τάφοι γκρεμίζονται από τις σκαπάνες μας που ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά για να ξεχώνουν πολλές φορές και τα κόκαλα. Ατέλειωτες φάλαγγες σχηματίζουμε καθώς πηγαινοερχόμαστε κουβαλώντας πέτρα και χαλίκι. Τα σώματά μας γέρνουν από την κούραση μα δεν τολμούμε να αφήσουμε τις σκαπάνες, γιατί βαρύς πέφτει πάνω μας ο βούρδουλας των αλφαμιτών (Αστυνομία Μονάδος).

Οι μέρες μας μία – μία έτσι δραματικές, απαίσιες κυλούν. Και όσο βλέπουν ότι δε λυγάμε, τόσο λυσσούν. Έχουν όμως διδαχθεί πάρα πολλά οι μαθητές του Χίτλερ.

Και αφού είδαν και απόειδαν, άλλαξαν τακτική. Βάζουν τώρα μπροστά από τη φάλαγγα Χίτες με τα κλαρίνα και τα βιολιά μερικών συναδέλφων που τάχουν φέρει μαζί τους και ξεκινάμε για το σκάψιμο «εν χορδαίς και οργάνοις». Έως ότου φτάσουμε στο καθημερινό μαρτύριο βιολιά και κλαρίνα χτυπούν ακατάπαυστα κι εκνευριστικά. Πίσω σχηματίζεται μια αληθινή νεκρική πομπή. Τα κορμιά λυγίζουν από το βάρος που φέρνουν στις πλάτες. Η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα αδειανά στομάχια μας. Τα πόδια σούρνονται στο χώμα. Μα τα κεφάλια στέκουν ψηλά για να συμβολίζουν τις αδούλωτες ψυχές των ζωντανών σκελετών και να θυμίζουν στους δήμιους ότι τίποτα δεν είναι ικανό να μας γονατίσει.

4Κουβαλάμε πέτρα για τη σκηνή μας (Αϊ-Γιώργης 1949) 10

Το συσσίτιο είναι απαίσιο (μια κουταλιά νερό με 2- 3 όσπρια μέσα). Και αν τολμήσεις να μιλήσεις, αμέσως ο λοχαγός σε στέλνει στο «σιδηρωτήριο» (θάλαμος βασανιστηρίων της Αστυνομίας Μονάδος). Και όταν πας εκεί φεύγεις άρρωστος, ανίκανος να σταθείς στα πόδια σου για 2 βδομάδες. Αν πεις για το νερό… κουβαλιέται μέσα σε δοχεία βενζίνης και πετρελαίου από το Λαύριο. Πολλές φορές δεν τολμάς όχι να το δοκιμάσεις, αλλά ούτε και να το μυρίσεις.

Στις 11 Ιουνίου η σάλπιγγα χτύπησε συγκέντρωση τάγματος. Πάλι πέτρα σκεφτήκαμε όλοι μας. Αυτή τη φορά όμως γελασθήκαμε. Δε μας ήθελαν για πέτρα. Μας μίλησαν με το καλό. Μας είπαν ότι είμαστε καλοί και πειθαρχικοί στρατιώτες και όχι απείθαρχοι όπως αυτοί της Κρήτης. Ύστερα ο υπασπιστής του τάγματος μας διάβασε τη διαταγή του διοικητή. Άρχιζε αυτή από τον αναρχοκομμουνισμό και κατέληγε ούτε λίγο, ούτε πολύ, με τρόπο εύσχημο στην παρότρυνση για υπογραφή δηλώσεων ‘παντός εντίμου Έλληνος πατριώτου’… Την άλλη μέρα οι διοικητές των λόχων καλούσαν ένα–ένα φαντάρο χωριστά και τον επίεζαν με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα να υπογράψει την εξής δήλωση:

‘Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… κλάσεως… εκ… και διαμένων εις… δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι:
Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς… Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ.5

Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους–Σέρβους και γενικώς σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας, προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαβοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεως των.
Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου.
Β. Σ. Γ. 802 τη…
Ο Δηλών…..».

Ας το μάθη ο ελληνικός λαός, ο κόσμος ολόκληρος πως ποτέ τα 1500 στρατευμένα παιδιά του λαού δε θα υπογράψουν μια τέτοια δήλωση. Είμαστε δημοκράτες και πιστεύουμε ακράδαντα στη Δημοκρατία. Έχουμε κλεισμένη μέσα μας την Ελλάδα και το Λαό της. Είμαστε διατεθειμένοι να γεμίσουμε τους τάφους και τα μνήματα, που τώρα σκάβουμε, με τα δικά μας κορμιά, βέβαιοι πως κάποτε, πολύ σύντομα ο ελληνικός λαός θα στήσει εκεί ανδριάντες ηρωισμού και παλικαριάς.

Εμείς οι 1.500 δεσμώτες του ‘Β’ τάγματος Σκαπανέων’ από το ξερόνησο Μακρονήσι, με μια φωνή βροντοφωνάζουμε: Δεν υπογράφουμε την εξευτελιστική δήλωση που μας ζητάνε. Αυτή είναι η τελευταία μας λέξη. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο» 11.

Η Μακρόνησος μέσα από χαρακτικά και σχέδια του Γιώργου Φαρσακίδη.

Οι μαρτυρίες στο βίντεο περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ «Μακρόνησος» του Ηλία Γιαννακάκη και της Eύης Καραμπάτσου.

Μακρόνησος

Watch this video on YouTube.

Αυτή την περήφανη και αδούλωτη φωνή των εξορίστων, την αδιάλλακτη άρνηση τους να υποταχθούν συμβιβαζόμενοι με το μισαλλόδοξο μετεμφυλιακό κράτος συμμερίζεται κι ο Μενέλαος Λουντέμης που σ” ένα μεταγενέστερο ποίημά του γράφει χαρακτηριστικά:Βαριά προσβολή

Με χτύπησαν στη ράχη
με ρόπαλο βαριά
και σφυχτικά μαστίγια
με σιδερένιες γροθιές.
Μα εγώ δεν βόγκηξα.
Με χτύπησαν κατάμουτρα
με πέτρες και με κοντακιές
και με σιδερένιες γροθιές.
Και δεν έβγαλα άχνα.
Μα μια μέρα
με χτύπησαν
-γλυκά και προστατευτικά-
στη ράχη…
Και τότε σήκωσα άγρια φωνή! 12

 

Το… «αναμορφωτικό έργο» της Μακρονήσου, που σύμφωνα με τον Μπαϊρακτάρη ήθελε «να συνδυάζει την στοργή της μητέρας με την αυστηρότητα του πατέρα», επαινέθηκε από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, υπουργό Στρατιωτικών το 1949 και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, υπουργό Παιδείας τότε και αργότερα πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο πρώτος είχε δηλώσει: «Θεωρώ καθήκον μου να εξάρω την εμπνευσμένη πρωτοβουλία του προκατόχου μου υπουργού κ. Στράτου και του τότε Αρχηγού Επιτελείου αντιστράτηγου Γεώργιου Βεντήρη, οι οποίοι εις πείσμα όλων των συκοφαντών και αντιδράσεων οργάνωσαν το υπέροχον αυτό σχολείον εθνικής μετάνοιας και αναβαπτίσεως των ασώτων υιών της Ελλάδος, ως και την διοικητική και εκπαιδευτική ικανότητα του αντισυνταγματάρχη κ Μπαϊρακτάρη και των αμέσων βοηθών του.

Το έργον της Μακρονήσου αναγνωριζόμενον διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου αποτελεί τίτλο τιμής δι’ όσους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίηση του». Ενώ ο δεύτερος θεωρούσε ότι: «Το έργο που συντελείται εκεί, όσον και αν έχει επαινεθή, δεν νομίζουμε ότι έχει κατανοηθεί εις όλην του την έκταση και δεν νομίζουμε ότι έχει βοηθηθεί όσον θα έπρεπε δια να αποδώσει περισσότερον από όσα αποδίδει. Χρειάζεται και υλική βοήθεια, χρειάζεται και βοήθεια ηθική, ιδία από μέρους της πνευματικής ηγεσίας του τόπου. Η Μακρόνησος είναι προ παντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί εις τον ορθόν λόγον. Ζητεί μίαν πνοήν ανθρωπιάς στοργής και φιλίας, τας οποίας καλούνται να δώσουν όσοι ορμεφύτως τας αισθάνονται δια τα παραστρατημένα παιδιά της Ελλάδος».

7Φάλαγγα στην κορυφή: Σχέδιο με σινική μελάνη του Γ. Φαρσακίδη, 1949. 14

Η Μακρόνησος δεν ήταν, επομένως, ένας ακόμη τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα τόπο μαρτυρίου που είχε σχεδιαστεί, ώστε να λειτουργήσει ως οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία, ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας», οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά ως στόχο την πλήρη καταρράκωση 15 του «μεταμεληθέντος», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

8Μακελειό στη Χαράδρα: Οι αλφαμίτες του 9ου Λόχου, με Διοικητή τον μετέπειτα χουντικό πραξικοπηματία Δημήτριο Ιωαννίδη, οδηγούσαν τους κρατουμένους προς τη Χαράδρα, μια τοποθεσία στο εσωτερικό της Μακρονήσου. Λίγο πριν φτάσουν εκεί, ξεχώριζαν τους μισούς. Στην αρχή βασάνιζαν την πρώτη ομάδα κρατουμένων, ενώ οι υπόλοιποι περίμεναν τη σειρά τους. Η μέθοδος αυτή λειτουργούσε ως ψυχολογική πίεση για να καμφθεί το ηθικό των ανδρών.(Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη από σχέδιο του 1949) 16.

Οι μέθοδοι βασανιστηρίων ήταν πολλές και ανάλογες με τον βαθμό αριστερής… πάθησης των εξόριστων, όπως είχε κατηγοριοποιήσει τους κρατούμενους ο Μπαϊρακτάρης: βιασμοί, εγκλεισμός, το άσκοπο βασανιστήριο του κουβαλήματος της πέτρας, η ψυχολογική τρομοκρατία, οι εικονικές εκτελέσεις, ο καθαρισμός του νησιού από τις γόπες, η ταπείνωση του κουρέματος με την ψιλή, δίψα, πείνα και άθλιο φαγητό, το «αεροπλανάκι», όπου υποχρεωνόταν να κάτσει κανείς ατέλειωτες ώρες στο ένα πόδι και με τα χέρια στην έκταση, το λιντσάρισμα ήταν κάποια από τα περισσότερο γνωστά βασανιστήρια που μπόρεσαν να δημιουργήσουν οι ανθρωποφύλακες της Μακρονήσου.
9Μεριάστε να διαβώ…: Πολλοί δεν άντεξαν τα διαρκή σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, τα καψόνια και γενικότερα τις διάφορες μεθόδους «αναμόρφωσης». Κάποιοι εκδήλωναν παραληρηματικές κρίσεις και σπασμούς ή ξυπνούσαν ουρλιάζοντας τις νύχτες. Όσους παρουσίαζαν βαρύτερα συμπτώματα τους έβαζαν σε συγκεκριμένες σκηνές που τις ονόμαζαν «τρελάδικα». Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του, έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ», και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια. Αν δεν τον προλάβαιναν εγκαίρως, έπεφτε στη θάλασσα. Κάποιοι, εκτός από τις κρίσεις, πέρασαν και μεγάλα διαστήματα πλήρους αλαλίας, όπως οι Αντώνης Μπριλλάκης, Γιάννης Χοτζέας κ.ά. Οι περισσότεροι συνήλθαν, κάποιοι όμως δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν τα τραύματα του βασανισμού (Σκίτσο με μολύβι του Γ. Φαρσακίδη, 1950) 17.

Σ’ αυτό το κολαστήριο της Μακρονήσου στέλνουν τον Γενάρη του 1949 οι αρχές τον Μενέλαο Λουντέμη μετά την Ικαρία. Φτάνει λιπόσαρκος 18, αδύναμος, έτοιμος να καταρρεύσει σωματικά. Διατηρεί, όμως, στο ακέραιο την πνευματική του υγεία και παρατηρεί με προσοχή τις αντιδράσεις και την ψυχολογία των συγκρατουμένων του –απλών στελεχών και ηγετών, εργατών και διανοουμένων, ανθρώπων του καθημερινού μόχθου και εργαζομένων του γραφείου.

Γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στον πρόλογο του τόμου με άπαντα τα ποιητικά του Λουντέμη, που εξέδωσαν τα Ελληνικά Γράμματα το 1999:
«Με συγκίνηση χαράζω αυτές τις γραμμές… Μνήμη Μενέλαου Λουντέμη…. Θυμάμαι τότε που τον πρωτοαντίκρισα ζωντανό μπροστά μου. Γιατί σαν συγγραφέα και ποιητή τον είχα ήδη μέσα στην καρδιά μου.

Θα ’ταν Γενάρης του 1949. Μακρόνησος, Τέταρτο Τάγμα πολιτικών κρατούμενων. Ζούσαμε περιορισμένοι μέσα στους περίφημους κλωβούς Α, Β, Γ, Δ, σε σκηνές εκτεθειμένες στον ανελέητο βοριά και το αλάτι της θάλασσας. Οι πιο πολλοί ήμασταν νέοι –είκοσι και κάτι. Κάποιο απομεσήμερο μπήκε κάποιος στη σκηνή μας.
-Φέρνουν τον Λουντέμη, μας είπε.
-Και που είναι τώρα;
-Στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη, σε λίγο ξεκινάνε.
Πώς να βγούμε από το σύρμα; Μόνο όταν υπήρχε αγγαρεία μας επιτρέπανε την έξοδο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήγα στην αποθήκη και πήρα δύο άδεια μπιτόνια. Ο φρουρός με ρωτά «Ήρθε φορτίο;» «Ναι», του είπα και προχώρησα. Με άφησε.
Βάδιζα στο στενό μονοπάτι πλάι στη θάλασσα και συλλογιζόμουν τι είναι τούτο που με τραβάει σαν μαγνήτης. Μενέλαος Λουντέμης… Δεν ήταν μόνο ο συγγραφέας. Ήταν πιο πολύ το σύμβολο. .. Τόσοι λιγοστοί εξάλλου οι επώνυμοι στους τόπους της δοκιμασίας… Η καρδιά μου φούσκωνε από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη…
10Μακρόνησος 1950: Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά: Ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

Πλησιάζοντας το μικρό όρμο είδα τη μικρή ομάδα με τους κρατούμενους και τη φρουρά να έχει ήδη ξεκινήσει. Στάθηκα πάνω σ’ ένα βράχο πλάι στο μονοπάτι και περίμενα.
-Ποιος είναι ο Λουντέμης; Ρώτησα τον πρώτο κρατούμενο καθώς περνούσε μπροστά μου. Κι εκείνος, μ’ ένα κίνημα της κεφαλής μου τον έδειξε. Ένας μικροσκοπικός άνθρωπος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο απότομο μονοπάτι. Αγκομαχούσε και κούτσαινε και από πίσω τον έσπρωχνε ο χωροφύλακας για να τα καταφέρει.

Τα μάτια μου θάμπωσαν, έτσι που η κίνηση του Λουντέμη διαλύθηκε μέσα στην όρασή μου, αποσπάσθηκε από την ύλη κι έγινε μια μαύρη διάφανη πεταλούδα που σπάραζε καθώς της έμπηγαν την καρφίτσα. Κουνούσε σπαστικά τα φτερά της μετρώντας την αγωνία της.
Δεν είδα τον Λουντέμη να περνά από μπροστά μου, ούτε τον συνάντησα στο στρατόπεδο. Η συνάντηση και η γνωριμία μας έγινε πολύ αργότερα στο Βουκουρέστι, στα χρόνια της Δικτατορίας. Τον έβλεπα ζωντανό, ζωηρό, γελαστό μπροστά μου. Κι όμως τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει την πρώτη εικόνα, εκείνη της μαύρης πεταλούδας που αγκομαχούσε και σπάραζε στο ανηφορικό μονοπάτι στη Μακρόνησο.
Και τώρα σκέφτομαι πόσο σωστή ήταν εκείνη η φευγαλέα εικόνα. Μια ευγενική ψυχή που όσο πιο σημαντικά δώρα μας χάριζε, τόσο πιο βαθιά έπεφτε στην παγίδα που ως φαίνεται είναι η μοίρα των προικισμένων, των «διαφορετικών».
Ένας τέτοιος «διαφορετικός» υπήρξε ο Μενέλαος Λουντέμης για μας… Μέσα στις σκηνές της Μακρονήσου, εκεί που σταυρώνανε τα φωτεινά ελληνικά νιάτα, μονάχα ένας ήλιος θα μπορούσε να μας θαμπώσει. Ένας τέτοιος ήλιος ήρθε τότε, μέσα στο συννεφιασμένο Γενάρη του 1949 και καθώς τον αντίκρισα, τα μάτια μου υγρανθήκανε από ευγνωμοσύνη. Για πάντα.

Αθήνα, 29.3.99
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ» 19

11Πολιτικοί κρατούμενοι του ΣΦΑ, Κρίκος Δημ. Καμούτσης Δημήτριος (εκτελέσθηκε το 1949), Δαλαβάνγκας Αλέξανδρος, Βότσης Νίκος, Σαφακάς Ιωάννης, Γιουσουρουμ Πέτρος, Ραφαήλ , Μαναρούλας (Μουσείο Μακρονήσου).

Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ) 20, ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο 21.

Στη Μακρόνησο γράφει και αρκετά ποιήματα. Ακόμα κι σ” αυτό το τοπίο του θανάτου, το συναίσθημα, η ανθρωπιά δεν τον εγκαταλείπουν ούτε στιγμή για τους συντρόφους του που αγωνίζονται και πεθαίνουν στο άνθος της τιμής τους σαν τον Πολυζώη Γαλάνη:
[…] Ήταν ένας άγιος λουσμένος στην πίστη.
Τώρα το γέλιο του το σφράγισε ο χάρος.
Βγάλτε όλοι τα καπέλα σας.
Ο πολυζώης ξανάρχεται –
εν «δόξη φοβερά» 22.

Ιδιαίτερα τρυφερός γίνεται, ωστόσο, όταν σκέφτεται την κόρη του, τη Μυρτώ, που είναι μαζί με την εξόριστη μητέρα της στο Τρίκερι:

Καλημέρα

Καλημέρα…
Καλημέρα τριανταφυλλάκι που κάπου θα μοσχοβολάς…
Καλημέρα νερό, που κάπου θα τρέχεις
Καλημέρα δάσος, που κάπου θα τραγουδάς
Καλημέρα… Καλημέρα.
Τζιτζίκια, πεταλούδες, πουλιά… Καλημέρα.

Ένας πρωινός παρακαλεστής σας στέλνει τα μάτια του.
Σ” ένα κατάμονο νησί -μια θαλασσινή κούνια-
είναι, ένα στοματάκι που σας αποζητά.
Είναι δυο μικρά χεράκια, κρεμασμένα,
Είναι μια αγκαλίτσα δίχως κούκλα.

Ω τριανταφυλλάκι, και δάσος, και νερό…
Ο πατέρας δεν έχει παρά σίδερα.
Δεν έχει παρά βότσαλα… κι αγκάθια.
Ω τριανταφυλλάκι, και δάσος, και νερό.
Κυλίστε το παραμύθι σας…

Κυλίστε το κατά το Τρίκερι. Κυλίστε το…
και φλυαρήστε γύρω στο κλουβί της
που μένει σιωπηλό. Κι κείνη θα γελάσει.
Θα χτυπήσει τα χεράκια της και θα γελάσει…
Γιατί δεν είναι ούτε πέντε χρονών… 23

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει βέβαια το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε 24:

12Κάρτα με τις γνωστές λίγες λέξεις που επέβαλε η λογοκρισία στην αλληλογραφία των κρατουμένων.
Έχει σταλεί από τον κρατούμενο Αντ. Παπαδόπουλο στη δ/δα Ελπίδα Γαβριηλίδου, στην οποία της γράφει επί λέξει: «Είμαι πολύ καλά Ελπίδα» (Μουσείο Μακρονήσου)

Είμαι καλά

«Η αλληλογραφία θα διενεργείται
εφ” απλού δελταρίου επί του οποίου
θ” αναγράφωνται ολίγια λέξεις υπό την
έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνη»
Η ΔΙΑΤΑΓΗ

Είμαι καλά, Μητερούλα … αυγή μου…
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγεται απ’ την μπόλια… 25
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου …
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Σεβαστή μου …»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω …» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά …»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ” τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα … Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα …» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω …
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα …
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου …
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω …
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα …
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά … Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά … Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα …
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ” την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν 26 τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε 27 κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα …
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ … ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο 28.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ 29

Στη Μακρόνησο οι Έλληνες πολιτικοί εξόριστοι άκουσαν τη φωνή του, το μήνυμα αλληλεγγύης που μεταδόθηκε ραδιοφωνικά:

13«Φίλοι κι αδέλφια της ψυχής μου. Εσείς που πέσατε στις φυλακές και στα νησιά της κόλασης, που σας κρατάν αλυσωμένους μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατί πολεμάτε για την ανεξαρτησία, το ψωμί και τη λευτεριά του ελληνικού λαού, δεχθείτε την αγάπη και τον θαυμασμό μου.
Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας έχουν τους ίδιους εχθρούς: τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους λακέδες του 30. Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, φιλιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με τη βοήθεια των φιλειρηνικών λαών όλου του κόσμου, θα τσακίσουν στο τέλος αυτούς τους εχθρούς τους. Αυτό το πιστεύω. Ο δικός σας ένδοξος αγώνας είναι μια απ’ τις πιο λαμπρές αποδείξεις, ότι θα νικήσει η υπόθεση της ειρήνης, του ψωμιού και της λευτεριάς.
Σας σφίγγω όλους μ’ αγάπη στην αγκαλιά μου».
(Ναζίμ Χικμέτ, 10/08/1951 Βερολίνο) 31

Ο Μενέλαος Λουντέμης γράφει ακόμα ένα ποίημα στην Μακρόνησο για τον σύντροφό του, τούρκο κομμουνιστή ποιητή και δημοκράτη Ναζίμ Χικμέτ.

Στον Ναζίμ Χικμέτ

Ναζίμ Χικμέτ, αρκαντάς 32. Συγκάτοικε της κόλασης.
Σ’ άκουσα που βόγκηξες εψές για την Ελλάδα.
Ήταν νύχτα ώρα πικρή. Κι ο βόγκος ακούμπησε στο στήθος μας.
Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας.
Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για να σ’ ακούσουμε.
Να σ’ ακούσουμε –απ’ το μικρό μπουντρούμι 33 της Σταμπούλ 34
Να βογκάς μες σ’ όλα τα μπουντρούμια του κόσμου.

Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω.
Τώρα που μου στένεψαν τον κόσμο.
Τώρα που γεύτηκα της αλυσίδας τη σκουριά.
Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω:
Πως στο δεξί βραχιόλι της χειροπέδας μου
αισθάνομαι το χέρι το δικό σου.
Ναζίμ, ομοθάνατε αδελφέ μου.
Μας έφτασε απρόσμενα το γράμμα σου εδώ χτες βράδυ.
Σαν ένα πουλί που έφυγε απ’ το κλουβί του.
Σαν ένα χέρι που ανέβηκε από τα κύματα.
Το διαβάσαμε, ριγώντας συλλαβιστά,
κάτω απ’ το γιαταγάνι 35 του μισοφέγγαρου.
Και πήραμε τον όρκο:
Να σου κεντήσουμε στο ρούχο
τη στάμπα του Μακρονησιώτη.
Και να σε κράξουμε επίτιμο μάρτυρα και συντοπίτη μας.

Η φυλακή μας είναι ξέσκεπη εδώ, Ναζίμ.
Γκρεμότοπος που τον ζώνει ολοτρόγυρα η πίσσα.
Και πάνω του σαλεύουμε ολόρθοι σκελετοί.
Πώς ήρθε και μας βρήκε το χαρτί σου;
Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε, ποτές –
παρά μονάχα οι δήμιοι κι οι βοριάδες.
Πώς βρήκε τη στράτα το χαρτί σου;

Αυτό που γίνηκε στον τόπο μου, αρκαντάς,
δεν εματάγινε ποτές, αλλού, στη σφαίρα,
κι ουδέ μιλιέται, ουδέ γροικιέται 36. Μοναχά
τούτο σου λέω, Ναζίμ: Τα μωρά,
τα μωρά που δεν έκλαψαν ποτέ γι’ άλλον κανένα
παρά για τον ίδιο τους τον εαυτό.
Τα μωρά έβαλαν από τις κούνιες τους το μοιρολόι,
για τα μεγάλα πάθη των γονιών τους.
Τούτο μονάχα σου λέω, αρκαντάς. Και θα “θελα να ξεφωνίσω.
Μα το κερί μου γέρνει στο σαμντάνι 37 το κεφάλι του,
και κλαίει για τον εαυτό του.

Τώρα καληνύχτα, Ναζίμ. Κι αύριο που θα φέξει,
Κι εγώ θα ξεντυθώ τα σίδερα,
θα “ρθω να σε βρω.
Θα πάρω το βαπόρι της γραμμής.
και θα “ρθω στη Σταμπούλ να σ’ ανταμώσω.
Και συ, θα δεις απ’ το κατάστρωμα το μαντήλι μου
και θ’ ανέβεις να με καλωσορίσεις.
Και τότε, θα πιαστούμε αδελφικά
και θα σεργιανίσουμε 38 στα χώματα που γεννήθηκα.

Κι αν έχεις μάνα. Αν έχεις μάνα, αρκαντάς,
θα σκύψω να της φιλήσω το χέρι,
που “φερε στη ζωή τον αδελφό που μου “λειπε.
Κι αν έχεις αδελφό,
θα του ζητήσω να μου δανείσει τ’ όνομά του.
Κι αν έχεις γιο.
θα βάλω στη χούφτα του το χέρι της κόρης μου.

Κι αν δεν έχεις τίποτα …
αν δεν έχεις τίποτα, αρκαντάς, τίποτα.
Τότες θα σου δείξω τα Τουρκάκια.
που ιδρώνουν στο μουράγιο
Μ’ έναν ίδρο συγγενικό.
Τις μητέρες που ανεβαίνουν λυπημένες τον ανήφορο.
Τα παιδάκια που ξυλιάζουν έξω απ’ τις βιτρίνες.
Θα σου δείξω τις χιλιάδες μητέρες, αδελφούς –
κι” αδελφές μας.

Και θα δώσουμε μαζί τον όρκο της Ακοίμητης Οργής:
Πως δεν θα γελάσουμε ποτές, αν δεν γελάσουνε μαζί μας.
Πως δεν θα τραγουδήσουμε ποτές,
αν δεν τελειώσουνε τα δάκρυα του κόσμου.

Μα τώρα, συχώρα με, αρκαντάς. Σιμώνει ο σκοπός.
Και το κερί μου πέθανε στην πέτρα του. Ψηλά η ζωή!
Σε χαιρετώ με την ιαχή 39 της Μακρόνησος.

Ο αδελφός σου
Μενέλαος Λουντέμης 40.

14Πολιτικοί κρατούμενοι του ΣΦΑ, Κρίκος Δημήτριος Σαφακάς Γιάννης, Ρολάνδος Μανισάλης Παναγιώτης (Μουσείο Μακρονήσου).

Δείτε ακόμα:

Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ)
Μουσείο Μακρονήσου: Ιστορικά εκθέματα που αξίζει να τα επισκεφθούμε

Σημειώσεις-Παραπομπές

1. Το κείμενο αποτελεί την αναπτυγμένη μορφή άρθρου στο αφιέρωμα για τον Μενέλαο Λουντέμη που δημοσίευσα το 2012 στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα με τον γενικό τίτλο: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας» (Βλ.Δαμασκηνός Δημήτρης, Είμαι καλά (1949) (Λογοτεχνικό αφιέρωμα στονΜενέλαο Λουντέμη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο Διαδρομές, Σάββατο, 14Απριλίου 2012).

2. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1974.

3. Η ημερήσια διαταγή του διοικητή του Στρατοπέδου Συνταγματάρχη Πυροβολικού Γ. Μπαϊρακτάρη στις 3 του Απρίλη του 1949 ανάμεσα στ’ άλλα έλεγε: «Η σημερινή ημέρα είνε η δευτέρα επέτειος της Ιδρύσεως της Δ)σεως ΓΕΣ)ΒΧΙ. Σαν σήμερα (03/0.4/47) ο τότε Αρχηγός ΓΕΣ και Γενικός Επιθεωρητής του Στρατού Στρατηγός κ. Βεντήρης με εκάλεσε και μου έδωσε την εξής επί λέξει Διαταγήν: «θά μου συγκρότησης μίαν Διεύθυνσιν του ΓΕΣ η οποία θα ασχοληθή με τα εξής θέματα: α) Συγκέντρωσις και οργάνωσις Ταγμάτων Σκαπανέων, διάθεσις των ανδρών αυτών εις διαφόρους επωφελείς απασχολήσεις και προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους σκοπούς της Φιλτάτης Πατρίδος. β) Συνεννόησις μετά των αρμοδίων πολιτικών αρχών επί της σκοπιμότητος αποσυμφορήσεως των πολιτικών φυλακών, ιδία των ζωνών επιχειρήσεων» Δεν είχα ακόμη αρχίσει την προεργασία όταν, δύο ημέρας, με εκάλεσε o τότε Υπουργός των Στρατιωτικών κ. Γ. Στράτος και μου είπε τα εξής: «Ελάβατε μίαν διαταγήν από τον Στρατηγόν κ. Βεντήρην. Πάνω σ’ αυτό αποδίδω εξαιρετικήν σημασίαν». «Ο,τι μου ζητήσετε θα το έχετε» Το τι έγινε μέσα στο βραχύ διάστημα της διετίας, που διέρρευσε δεν είνε εύκολον να συνοψισθή μέσα σε λίγες γραμμές. Βέβαιον είνε ότι η Μακρόνησος υπερέβη τας προσδοκίας και ελπίδας ακόμη εκείνων που την οραματίσθηκαν…»… (βλ. «Σκαπανεύς Μακρονήσου», τεύχος Μαΐου 1949, σελ. 28).

4. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ενώ έχουν περάσει από τότε πάνω από 60 χρόνια, το ουσιώδες αρχειακό υλικό που συνόδευε τη ζωή του στρατοπέδου παραμένει μυστικό επτασφράγιστο. (Για το ζήτημα των αρχείων του στρατού αναφορικά με τη Μακρόνησο βλ.: Γ. Πετρόπουλου: Η Σκανδαλώδης λογοκρισία των στρατιωτικών αρχείων, στο συλλογικό έργο: Μακρόνησος – Ιστορικός τόπος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α’, Αθήνα 2002, σελ. 677–684).

5. Α’ ΕΤΟ, Β’ ΕΤΟ και Γ’ ΕΤΟ.

6. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, σχέδια και κείμενα Γιώργου Φαρσακίδη, επιμέλεια-διόρθωση: Ν. Καρτσάς-Μ. Βλαχοπούλου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Φαρσακίδης, εκδόσεις Σκυτάλη, 4η έκδοση, σελ. 26. (ΕΣΑΙ = σημαίνει Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Ιδιωτών).

7. επίνευση η: (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επινεύω· κίνηση του κεφαλιού που δηλώνει συμφωνία, συγκατάθεση, επιδοκιμασία (πρβ. κατάνευση).
8.

9. σκίνος ο & σχίνος ο: (βοτ.) το σκίνο. [λόγ. < αρχ. σχοῖνος (ορθογρ. κατά το σχῖνος ἡ «μαστιχόδεντρο»)].

10. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 71. Πλούσιο αρχειακό υλικό υπάρχει και στο ντοκιμαντέρ για την Μακρόνησο των Hλία Γιαννακάκη και Eύη Kαραμπάτσου (Βλ. Άντα Δαλιάκα,Μακρόνησος, Ξυπνούν οι μνήμες των βασανιστηρίων, εφημερίδα, Το Έθνος, Δευτέρα 09/04/2012).

11. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Στρατόπεδο Μακρονήσου. 1500 φαντάροι καταγγέλλουν. Αδάμαστοι δημοκρατικοί μπροστά στα μαρτύρια,εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τετάρτη 25 Ιουνίου 1947, σελ. 3. Αναφέρεται και στο άρθρο του Γιώργου Πετρόπουλου, Μακρόνησος, 60 χρόνια από τη μεγάλη σφαγή, εφημερίδα Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση «7 μέρες μαζί», Κυριακή 23 Μάρτη 2008.

12. Μενέλαος Λουντέμης, Τα ποιητικά του, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

13.

14. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 46.

15. καταρράκωση η: η ενέργεια του καταρρακώνω, εξευτελισμός ή ψυχική εξουθένωση· κουρέλιασμα: Στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως συντελέστηκε η ~ του ανθρώπου / της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Mε διάφορες επεμβάσεις επιχειρήθηκε η ~ του κύρους της δικαιοσύνης. ~ του ηθικού.

16. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 21.

17. Βλ. Γιώργου Φαρσακίδη, Μακρόνησος. Α.Ε.Τ.Ο.-Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950, ο.π., σελ. 79.

18. λιπόσαρκος -η -ο: που του λείπει κρέας, αδύνατος· ισχνός: Λιπόσαρκο σώμα / πρόσωπο. [λόγ. < αρχ. λιπόσαρκος].

19. Μενέλαος Λουντέμης, Τα ποιητικά του, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

20. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ), εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1974.

21. Μενέλαος Λουντέμης, Οδός Αβύσσου αριθμός 0, εκδόσεις Βιβλιοεκδοτική, Αθήνα, 1962. Επανεκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις Δωρικός, το 2008 από τον ΔΟΛ σε επιμέλεια Γιώργου Τσακνιά και το 2009 στην Αθήνα από τα Ελληνικά Γράμματα σε επιμέλεια της Βάσως Τζόκα.

22. Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, το ποίημα Ο Πολυζώης πέθανε στην ποιητική συλλογή Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 91-92.

23. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 79.

24. Βλ. Φώτης Σιούμπουρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός.

25. μπόλια η: (λαϊκότρ.) 1. (εδώ) το μαντίλι που φορούν οι γυναίκες στο κεφάλι: Άσπρη / χρωματιστή ~. Mεταξωτή ~.

26. κανακεύω: 1) Ανατρέφω με αγάπη και χάδια, με πολλές περιποιήσεις: παιδιά κανακεμένα (Σκλάβ. 29). 2) Περιποιούμαι, καλοπιάνω: και ως μητέρες τα παιδιά ούτως τους κανακεύουν (Κορων., Μπούας 52).

27. βελάζω: (εδώ) βρυχιέμαι, μουγγρίζω: το λιοντάρι τ’ άγριον στα δάση όταν βελάζει.

28. επιτύμβιος, -α, -ο: (αρχαιολογία) που έχει σχέση με τύμβο, δηλαδή στον τεχνητό λόφο που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού. Ο επιτύμβιος αναφέρεται σ’ αυτόν ή τοποθετούταν πάνω σ’ αυτόν [ < αρχαία ελληνική επιτύμβιος < επί + τύμβος].

29. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 96-99.

30. λακές ο: 1. ένστολος υπηρέτης των ευγενών. 2. (μτφ.) αυτός που με δουλοπρέπεια υπηρετεί τα συμφέροντα τρίτων: Οι ντόπιοι λακέδες του ιμπεριαλισμού. [γαλλ. laquais -ς].

31. Ηρακλής Κακαβάνης, Η πρόσληψη του Χικμέτ στην Ελλάδα, περιοδικό Θέματα Παιδείας, τεύχος 53-56, σελ. 302.
32. αρκαντάς: τουρκική λέξη (απ’ το τούρκικο kardash): αδελφός, αδελφάκι. Λέγεται και σήμερα στη Μακεδονία μεταξύ φίλων που αποκαλούν ο ένας τον άλλον καρντάση/ καρντασάκι.

33. μπουντρούμι το: 1. (παρωχ.) το υπόγειο. 2. (μειωτ.) α. χαρακτηρισμός για κάθε κλειστό χώρο, στενό και σκοτεινό, συνήθ. υπόγειο: Φτωχή οικογένεια που ζει σ΄ ένα ~. β. για κρατητήριο ή για φυλακή: Tα μπουντρούμια της δικτατορίας. Για την αντιστασιακή του δράση πιάστηκε και κλείστηκε στα μπουντρούμια της Γκεστάπο.

34. Σταμπούλ ή Ισταμπούλ η: (τούρκ.) Κωνσταντινούπολη.

35. γιαταγάνι το: πλατύ και καμπυλωτό σπαθί που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Άραβες και οι Tούρκοι. [τουρκ. yatağan -ι· γιαταγάν(ι) -α].

36. γροικιέμαι: (εδώ) ακούγεται, γίνεται αντιληπτό.

37. σαμντάνι το: (παρωχημένο) κηροπήγιο.

38. σεργιανίζω & σεργιανάω: (οικ.) κάνω σεργιάνι, βγαίνω βόλτα. || γυρίζω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.

39. ιαχή η: δυνατή κραυγή, ιδίως πολεμική· (πρβ. αλαλαγμός): Πολεμική ~. Iαχές θριάμβου.

40. Μενέλαος Λουντέμης, Κραυγή στα πέρατα, εκδόσεις Δωρικός, 4η έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 100-103.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize